Τρίτη, 5 Σεπτεμβρίου 2017

Η ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΔΟΜΕΙ ΤΟΝ ΨΥΧΙΣΜΟ





Η ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΔΟΜΕΙ ΤΟΝ ΨΥΧΙΣΜΟ
(Συνοπτική ανάγνωση του κειμένου του Λακάν, Η επιθετικότητα στην ψυχανάλυση)

 
Εισαγωγή και πλαίσιο μελέτης της έννοιας της επιθετικότητας
Το θέμα της σχέσης με τον άλλον και τα πάθη της θίγει σοβαρά και δομικά ερωτήματα σχετικά με το υποκείμενο και φωτίζει με θεμελιακό τρόπο την διαδικασία της υποκειμενοποίησης:  πώς δομείται και μέσα σε ποιες συντεταγμένες συγκροτείται και λειτουργεί ο ψυχισμός του υποκειμένου; Πώς προσδιορίζεται στην ψυχανάλυση η σχέση με τον άλλον; Ποιά είναι η θεμελιακή λειτουργία της και ποια τα πεπρωμένα αυτής της σχέσης με τον άλλον;
Διερευνώντας τους άξονές της σχέσης με τον άλλον, στηρίχθηκα στην προσέγγιση του θέματος της επιθετικότητας μέσα από το κείμενο του Λακάν Η επιθετικότητα στην ψυχανάλυση[i], του 1948. Μ’ αυτό το κείμενο, έχω την εντύπωση ότι ερχόμαστε στη βάση, στο θεμέλιο του ψυχισμού, εκεί που τα πράγματα πρωτοσυγκροτούνται και οργανώνονται, με τέτοιο τρόπο ώστε να επηρεάζουν και να ρυθμίζουν σε μεγάλο βαθμό την μετέπειτα ζωή και ανάπτυξη του ανθρώπου ως ομιλούν ον. Παράλληλα πρόδρομα λακανικά κείμενα στη μελέτη μου στάθηκαν το Στάδιο του καθρέφτη (1936) και τα Οικογενειακά συμπλέγματα (1938), στη βάση ενός λογικού αναδραστικού χρόνου και όχι ενός ιστορικού, χρονολογικού χρόνου.

Στόχος: Η μελέτη και διερεύνηση της έννοιας της επιθετικότητας. Ποιες είναι οι παράμετροι της επιθετικότητας, ποια η σημασία της στον ψυχισμό; Κι ακόμα, κύριο μέλημα στην ψυχανάλυση, για ποιο λόγο τη μελετάμε και πώς γίνεται να της προσδώσουμε επιστημονικότητα, διαμορφώνοντάς την με τέτοιο τρόπο, ώστε να την καταστήσει μια έννοια προς επιστημονική χρήση, ιδιαιτέρως, στο πλαίσιο της αναλυτικής κλινικής.
Βασική ιδέα: Ο Λακάν μελετά την επιθετικότητα αθρώνοντάς την σε 5 άξονες-θέσεις. Μέσα από τη μελέτη αυτών των θέσεων, θα ερευνήσει την υποκειμενικότητα και τις θεμελιακές διαστάσεις της, τόσο τις ενδοψυχικές, ιδιαίτερες για κάθε υποκείμενο, όσο και τις συλλογικές και πολιτισμικές μέσα στις οποίες αυτό ζει και εξελίσσεται. Βρισκόμαστε στην εποχή της λογικής του σημαίνοντος, όπου το ασυνείδητο δομείται ως γλώσσα, αλλά και του σταδίου του καθρέφτη ως διαμορφωτή του υποκειμένου.  Συνεπώς, βρισκόμαστε πολύ μακριά από την υπόθεση της επιθετικότητα ως σύμπτωμα που χρήζει θεραπείας. Η επιθετικότητα ανήκει στην τάξη του συμπτώματος, στο είναι του υποκειμένου και  αποτελεί θέμα δομής και ψυχικής οργάνωσης.
Πλαίσιο: Το πλαίσιο δίνεται από την ίδια την ψυχαναλυτική εμπειρία. Η εμπειρία της ψυχανάλυσης είναι μια εμπειρία που στηρίζεται στην τεχνική της φροϋδικής επινόησης. Ο Λακάν, μετά τον Φρόιντ, επιστρέφει στον Φρόιντ, όχι για να παγιώσει την φροϋδική τεχνική, αλλά για να ανοίξει τα ερωτήματα που προκύπτουν και τις βασικές αρθρώσεις της, καθιστώντας την ψυχανάλυση ένα ανοιχτό σύστημα που κάθε φορά επιτρέπει να παραχθεί εκ νέου η γνώση της.
Καταρχήν, η ψυχανάλυση ανατρέπει την έννοια του μοντέρνου υποκειμένου και το ορίζει με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι άλλα επιστημικά πεδία. Προσεγγίζοντάς το μέσα από το λόγο, μέσα απ’ την ίδια του την ομιλία, του επιτρέπει να εκδηλωθεί ως ένα υποκείμενο απευθυνόμενο σ’ ένα άλλο υποκείμενο. Ο αναλυόμενος απευθύνεται στον αναλυτή. Στη φυσική επιστήμη, το υποκείμενο καταγράφεται με συσκευές, τοποθετείται σε κλίμακες κι άρα, υπόκειται στην πιθανότητα του λάθους, του σφάλματος στην ανάγνωση του αποτελέσματος, αλλά και στο κοινό νόημα για όλα τα υποκείμενα. Στην ψυχανάλυση, όμως, το νόημα της εμπειρίας είναι το ίδιο, αξεχώριστο, για όλα τα υποκείμενα. Αντίθετα, στην ψυχανάλυση, μόνο ένα υποκείμενο μπορεί να καταλάβει ένα νόημα. Και στην ψυχαναλυτική εμπειρία το υποκείμενο δίνει το δικό του νόημα, το ιδιαίτερο και προσωπικό νόημά του. Υπάρχει σαφής σύνδεση με την κλινική του ιδιαίτερου του υποκειμένου.
Ο Φρόιντ έθεσε τους κανόνες της ψυχαναλυτικής εμπειρίας. Τους κανόνες αυτής της συνάντησης των δυο υποκειμένων, το ένα εκ των οποίων παίζει το ρόλο μιας «ιδεώδους α-προσωπικότητας», μας λέει. Α-προσωπικότητα, σημαίνει, αφενός,  ότι αυτό το ένα υποκείμενο, του αναλυτή, δεν λογαριάζεται ως πρόσωπο, δηλαδή ως υποκείμενο μέσα σ’ αυτό το διάλογο· -α- στερητικό λοιπόν, κι αφετέρου, εδώ, συναντάμε αυτό το -α- του μικρού αντικειμένου, που ο Λακάν θα συγκροτήσει αργότερα στη διδασκαλία του.  Αυτό το μικρό αντικείμενο -α- είναι ακριβώς αυτό που ενσαρκώνει ο αναλυτής μέσα στην αναλυτική εμπειρία.

Επιθετικότητα και ψυχανάλυση
Η ψυχανάλυση είναι μια εμπειρία που φέρνει στο φως τις κρυφές προθέσεις του υποκειμένου. Τι σημαίνει πρόθεση; Ακούω στη λέξη: προ-θέση, δηλαδή τη θέση την προηγούμενη του υποκειμένου, με την οποία έρχεται στην ανάλυση. Ή αλλιώς, τη θέση που το σύμπτωμά του τού δίνει. Αυτό διαβάζουμε στο συμβολικό νόημα που φέρει το σύμπτωμά του. Η ανάλυση είναι μια διαδικασία όπου το υποκείμενο μιλά και μέσα από το λόγο του, ξετυλίγει την αλυσίδα των σημαινόντων του και δίνει νόημα στο σύμπτωμά του, σ’ αυτό που του συμβαίνει.
Ο αναλυόμενος προσπαθεί, ως επί το πλείστον, να αφήσει κατά μέρος τις άμυνές του και να μιλήσει για τη σκοπιμότητα και τις σκοτεινές προθέσεις του. Αναρωτιέται τι υπάρχει εκεί, πίσω από συμπεριφορές, αρνήσεις, αποτυχίες και φτάνει να ομολογήσει τις σπουδαιότερες φαντασιώσεις και επιθυμίες του. Η ανάλυση είναι μια ιδιαίτερη αφήγηση, που, εκτός απ’ το περιεχόμενο των λόγων και το νόημά τους, στοχεύει τον τρόπο, την εκφορά: μεταπτώσεις της φωνής, παύσεις, δισταγμοί, παραδρομές, ανακρίβειες, απουσίες, παράπονα, μομφές, φόβοι, θυμοί. Όλα αυτά είναι τα συστατικά των προθέσεών του. Εκεί, ανιχνεύεται η επιθετική πρόθεση, έτσι όπως εκδηλώνεται στην ανάλυση. Και η ανάλυση, αντίθετα από άλλες συναναστροφές, χρειάζεται να επιτρέψει στην επιθετική πρόθεση να αναδυθεί, να εκδηλωθεί, να ξεδιπλωθεί, γνωρίζοντας ότι είναι εκείνη που «κατατρώει, υποσκάπτει, διαλύει, ευνουχίζει» κι έχει τις λιγότερο ή περισσότερο σοβαρές επιπτώσεις της στη ζωή του υποκειμέν0υ και το περιβάλλον του. Ο αναλυτής δεν την περιορίζει, ούτε την αναγκάζει να σωπάσει, αλλά την επιτρέπει θέτοντάς την συγχρόνως υπό ακρόαση και υπό εξέταση, ακριβώς γιατί γνωρίζει τη δομική της σημασία. Άλλωστε, «ο διάλογος από μόνος του συνιστά παραίτηση από την επιθετικότητα», θα μας πει ο Λακάν. Ένδειξη σπουδαίας κλινικής και θεραπευτικής αξίας προς τον αναλυτή, ο οποίος ζητά απ’ το υποκείμενο να ξεδιπλώσει, μέσα από την αφήγηση της ιστορίας του, τις «τυφλές του σκοπιμότητες», τις προθέσεις, τα κίνητρά του και να θεραπευτεί από τη σιωπή με την οποία ασυνείδητα τα καλύπτει.

Η imago της επίθεσης και η σημασία της
Η ψυχανάλυση, από την γέννησή της, ασχολήθηκε με την εικόνα και τη δύναμή της. Αφετηρία της ήταν η παιδευτική, διαμορφωτική θεμελιακή λειτουργία που έχει η εικόνα στο υποκείμενο. Η λέξη «εικόνα» προέρχεται από το ρήμα είκω = μοιάζω. Εικόνα είναι αυτό που μοιάζει…
Τι είναι όμως η εικόνα; Ο Λακάν δίνει ένα ψυχαναλυτικό ορισμό της λέξης: εικόνες είναι αυτές που καθορίζουν τις «ατομικές αποχρώσεις των τάσεων του ανθρώπου και που αποτελούν παραλλαγές των καλουπιών, καλούπια τα οποία λειτουργούν πάνω στα ίδια τα ένστικτα». Σ’ αυτά τα καλούπια δίνουμε μια αρχαϊκή ονομασία : τα ονομάζουμε imagoς. Ανάμεσα σ’ αυτές, υπάρχει και μια δομική κατηγορία: η imago του τεμαχισμένου σώματος, φορέας των επιθετικών προθέσεων. Πρόκειται για εικόνες ευνουχισμού, ακρωτηριασμού, διάρρηξης, καταβρόχθισης, ξεκοιλιάσματος, διαμελισμού. Πρόκειται για εικόνες που σημαδεύουν τη σχέση του ανθρώπου με το ίδιο του το σώμα. Αυτό το σημάδεμα έχει τις διάφορες εκδηλώσεις του, από τις μυθοπλασίες και τα παιχνίδια των μικρών παιδιών – όπως η ξεκοιλιασμένη κούκλα που έχει αποκεφαλιστεί ή της έχουν βγάλει  τα μάτια – έως το τατουάζ, την περιτομή και το «αυθαίρετο προκρούστειο φαινόμενο της μόδας», που δεν σέβεται τις φυσικές γραμμές του σώματος. Άμεση λοιπόν συνέπεια της δομικής αξίας αυτής της imago είναι η επαναδραστηριοποίησή της μέσα στο ασυνείδητο του υποκειμένου, κάθε φορά που εντοπίζεται η επιθετική πρόθεση.
Στην ψυχανάλυση, η επιθετική πρόθεση επαναδραστηριοποιείται. Η θέση του αναλυτή, εδώ, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη. Δεν απαντά στις εκδηλώσεις της επιθετικής πρόθεσης, δεν αντιδρά, δεν της δίνει στήριγμα. Ακούει τον ασθενή, με την φροϋδική ουδετερότητα δίνοντας την κυμαινόμενη προσοχή του, δεν στέκεται απέναντί του ως ένας άλλος όμοιος. Δεν αντιδρά, όμως, δεν σημαίνει ότι μένει και αδρανής. Αντίθετα, καθοδηγεί τη θεραπεία, δεν προσβάλλει κατά μέτωπο, αλλά εισάγει αυτό που ο Λακάν αποκαλεί «κατευθυνόμενη παράνοια». Η ψυχανάλυση είναι μια διαδικασία που επιχειρεί να προσεγγίσει το φαντασιακό χώρο του υποκειμένου και να μπορέσει να κάνει το υποκείμενο να προβάλλει αυτά που η Κλάιν ονομάζει «εσωτερικά κακά αντικείμενα». Άλλωστε, η αναλυτική πρακτική απευθύνεται στο φαντασιακό χώρο, εκεί που δομούνται τα συμπτώματα ως «αποκλεισμένες νησίδες», εκεί που βρίσκεται το υποκείμενο του ασυνειδήτου. Είναι χαρακτηριστική η φράση του Λακάν σ’ αυτό το κείμενο, η οποία προτρέπει τον αναλυτή να προσφέρει στο υποκείμενο τον εαυτό του ως ένα «καθαρό καθρέφτη μιας επιφάνειας χωρίς ανωμαλίες»!, έτσι ώστε να συλλαμβάνονται στην κλινική οι τάσεις και οι προθέσεις του αναλυόμενου με περισσότερη σαφήνεια και καθαρότητα.

Επιθετική τάση και ναρκισσισμός
«Η επιθετικότητα είναι η τάση που σχετίζεται με ένα τρόπο ταύτισης που ονομάζουμε ναρκισσιστικό, που προσδίδει τη μορφολογική δομή του ανθρώπινου εγώ και τον κατάλογο των οντοτήτων, χαρακτηριστικό του κόσμου του», μας λέει ο Λακάν με την 4η θέση του για την επιθετικότητα. Έτσι, περνά από την επιθετική πρόθεση στην τάση επίθεσης. Η επιθετικότητα είναι η τάση, μας λέει. Πώς μπορούμε να κατανοήσουμε αυτή την τάση επίθεσης, άραγε;
Μπορούμε βέβαια να την αναγνωρίσουμε σε ορισμένες κλινικές περιπτώσεις με εύγλωττο τρόπο. Μας έχει ήδη εισάγει σ’ αυτό από τον καιρό της διδακτορικής μελέτης του, παρουσιάζοντας την περίπτωση Εμέ, μια παράνοια αυτό-τιμωρίας. Εκεί μας μιλά αρκετά για αυτή την τάση επίθεσης που κατατρώει αυτή τη γυναίκα με μια ένταση και ένα άγχος που κατακλύζει ολόκληρη την ύπαρξή της, ώσπου να φτάσει στην πράξη. Την επιθετική πράξη, που έρχεται ως λύση στο μίσος και το παραλήρημα που έχει κατασκευάσει. Η περίπτωση της Εμέ καταδεικνύει τη σπουδαιότητα και τη θεμελιακή σημασία που έχει η τάση επίθεσης στην παρανοειδή ψύχωση, μέσα από την οποία ο Λακάν μελετά τη δομή του ψυχισμού, τόσο στην ψύχωση, αλλά όσο και στη νεύρωση.
Ποιο είναι λοιπόν το «κακό», αυτός ο σκοτεινός τόπος του υποκειμένου  και ποιες μορφές μπορεί να  πάρει και να οδηγήσει τις επιθετικές τάσεις στην έκρηξη της πράξης, στην επίθεση και το έγκλημα. Το υποκείμενο καταλογίζει στον άλλον την πρόθεση βλάβης κι αυτό κινεί τις αντιδράσεις του. Πρόκειται για πράξεις που εκτείνονται από τη δηλητηρίαση, παραδείγματος χάριν, με το δηλητήριο, ουσία που λειτουργεί σ’ ένα αρχαϊκό επίπεδο πρωτόγονου οργανικισμού, ή τα μάγια, η βασκανία, η τηλεπάθεια, που επιδρούν πάνω στο άτομο και το επηρεάζουν, έως τη σωματική ή/και νομική βλάβη, που μπορεί να βιωθεί ως εισβολή,  έως την καταδίωξη, τον εκφοβισμό, την κατασκοπεία, την εκμετάλλευση. Όλα αυτά μπορούν να μας κατατοπίσουν για τον τρόπο που οργανώνεται δομικά το εγώ και τα αντικείμενά του, δηλαδή με ποιόν ιδιαίτερο τρόπο συγκροτείται το εγώ του υποκειμένου.

Υποκειμενοποίηση και στάδια ανάπτυξης
Για να κατανοήσουμε καλύτερα την έννοια της επιθετικότητας, είναι ανάγκη να σταθούμε στον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται το εγώ. Δηλαδή, ποιους σταθμούς ακολουθεί στην ιστορία του και πώς αυτοί οι σταθμοί αντιπροσωπεύουν τα στάδια ταύτισης μέσα από τα οποία ακριβώς υποκειμενοποιείται. Για το λόγο αυτό, μελετάμε τα στάδια στο μικρό παιδί κι αναρωτιόμαστε γι’ αυτές τις πρώτες στιγμές του μικρού υποκειμένου.
Στην πρώιμη ηλικία, το παιδί λαμβάνει συνείδηση του εαυτού του μέσα από τον όμοιό του. Πρόκειται για μια κατάσταση που βιώνεται ως αδιαφοροποίητη. Είναι το ίδιο πράγμα το εγώ και ο άλλος. Αυτό το παρατηρούμε στις αντιδράσεις εκείνης της πρώιμης ζωής των 8 μηνών, όπου οι κινήσεις και οι αντιδράσεις του μικρού παιδιού είναι κατ’ εικόνα του άλλου. Ο Λακάν μιλάει για « συγχρονίες κατοπτρικής αιχμαλωσίας». Δεν υπάρχει ακόμα ο συντονισμός της κινητικής λειτουργίας. Δεν πρόκειται, ακόμα, για άσκηση εξουσίας πάνω στον άλλο, αλλά ούτε και για προστασία και οριοθέτηση εαυτού.
Η επιθετικότητα εδώ μπορεί να κατανοηθεί σε ένα πλαίσιο ενός ευρύτερου συντονισμού, στον οποίο υπάγονται λειτουργίες της τονικής και νευροφυτικής φύσης κάτω από μια σχετική κοινωνικότητα. Κοινωνικότητα η οποία έχει μεγάλη σημασία για τη συγκρότηση των ανθρώπινων συναισθημάτων και την έκφρασή τους. Για παράδειγμα, τα χτυπήματα και τα σκουντήματα που απευθύνονται στον άλλον αποτελούν στιγμές αυτής της πρώτης επιθετικότητας του παιδιού, και σχετίζονται με τη λειτουργική εικόνα του σώματός του, το οποίο δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί κινητικά. Μπορούμε να παρατηρήσουμε αυτές τις αντιδράσεις στο παιδί μπροστά στον καθρέφτη, ή επίσης απέναντι σε άλλα παιδιά συνήθως ίδιας ηλικίας. Πρόκειται για την πρώτη αιχμαλωσία από την εικόνα. Είναι η πρώτη στιγμή της διαλεκτικής των ταυτίσεων.
Στο στάδιο του καθρέφτη, έχουμε το φαινόμενο της αναγνώρισης: το παιδί αναγνωρίζει την εικόνα του στον καθρέφτη. Αισθάνεται αυτή τη χαρά, την αγαλλίαση αυτής της συνάντησης με την εικόνα του και αρχίζει να ενδιαφέρεται για την εικόνα αυτή. Δεν είναι πια ο άλλος, αλλά εκείνο το ίδιο, και αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αντίθετα από τα ζώα, όπου όταν αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται απλώς για την εικόνα τους, χάνουν το ενδιαφέρον τους. Το στάδιο του καθρέφτη εκφράζει τη δυναμική και το δυναμισμό του συναισθήματος, μέσω του οποίου το υποκείμενο ταυτίζεται αρχικά με την οπτική εικόνα του ίδιου του του σώματος, με την οπτική του gestalt. Και δεδομένης της απουσίας κινητικού μυϊκού συντονισμού, αυτή αποτελεί για το παιδί μια ιδεώδη ενότητα. Μια imago όχι απλή, αλλά δομική και σωτήρια. Σωτήρια σε σχέση με την πρώτη, την αρχαϊκή  απόγνωση στην οποία βυθίζεται το παιδί λόγω της πρωιμότητάς του (θυμικής και νευρολογικής).
Πρόκειται λοιπόν για μια ιδιαίτερα έντονη αιχμαλωσία από την imago της ανθρώπινης μορφής, απ’ όπου απουσιάζει η προβολή. Πράγματι, δεν πρόκειται για την φαντασιακή προβολή, έναν μηχανισμός ψυχικής άμυνας, τον οποίο ο άνθρωπος θα αποκτήσει αργότερα, αλλά για έναν καθαρό, κανονικό μεταβατισμό: το παιδί που χτυπά, λέει ότι το χτυπούν. Το παιδί που βλέπει το άλλο να πέφτει, κλαίει. Συνεπώς, το υποκείμενο σ’ αυτή την πρώιμη φάση, βιώνει τον εαυτό του μέσα από την ταύτιση με τον άλλο. Βιώνει, κατ’ αυτόν τον τρόπο,  τις αντιδράσεις, αποκαλύπτοντας εδώ μια δομική αμφιθυμία: ο δούλος ταυτίζεται με τον κύριο, ο σαγηνευμένος με το σαγηνευτή, ο ηθοποιός με το θεατή. Πρόκειται για μια δομική στιγμή, που αφενός μας βοηθά να κατανοήσουμε την έννοια της επιθετικότητας στη βάση της, αλλά και τη σχέση της με το εγώ του ανθρώπου.
Στην ουσία, πρόκειται για μια ερωτική σχέση, κατά την οποία ο άνθρωπος καθηλώνεται σε μια εικόνα. Κι αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η εικόνα τον αλλοτριώνει σε σχέση με τον εαυτό του. Εκεί, βρίσκεται ο τόπος καταγωγής του εγώ του, ή αλλιώς, αυτού του «πάθους που θα ονομαστεί εγώ του». Αυτή η μορφή θα αποκρυσταλλωθεί μέσα στην ενδόμυχη συγκρουσιακή τάση του υποκειμένου και θα κινητοποιεί, έκτοτε, το ξύπνημα της επιθυμίας του για το αντικείμενο της επιθυμίας του άλλου: ζήλεια, πρωταρχικός ανταγωνισμός. Ένας επιθετικός ανταγωνισμός που θα γεννήσει την τριάδα: Άλλος-εγώ-αντικείμενο. Εκεί, θρυμματίζεται η θεαματική ταύτιση με τον άλλον και το παιδί παραγνωρίζει την ταυτότητα με τον άλλο και μπαίνει στον ανταγωνισμό.
Συνεπώς, το εγώ σημαδεύεται εξαρχής από την επιθετική τάση. Και έτσι, κάθε μεγάλη και σημαντική μεταμόρφωση που ρυθμίζει τη ζωή του υποκειμένου, θα ξαναθέτει υπό συζήτηση την οριοθέτησή του. Το εγώ του ανθρώπου δεν ανάγεται στην ταυτότητα που έχει βιώσει. Το εγώ δεν είναι η ιστορία του υποκειμένου, αλλά είναι «η σύζευξη της ιστορίας του υποκειμένου με το αδιανόητο του έμφυτου της επιθυμίας του». Το καταθλιπτικό υποκείμενο μας το λέει καθαρά: «Δεν αξίζω τίποτα. Τίποτα από αυτά που ζω, δεν είμαι εγώ, τίποτα δεν με αντιπροσωπεύει…». Να το αίσθημα της κατωτερότητας!

Το κακόν και η παρανοειδής οργάνωση του εγώ;
Όμως, σε τι άραγε συνίσταται το εγώ; Ποια η δομή του; Η δομή του εγώ είναι παρανοειδής. Τι σημαίνει, άραγε, ότι το εγώ δομείται με παρανοϊκό τρόπο; Ο Λακάν το απαντά πολύ απλά: όταν το υποκείμενο αρνείται για αυτά που του συμβαίνουν να ρίξει την ευθύνη στον εαυτό του και τη ρίχνει στον άλλον…(!) Δηλαδή, αρχικά, κάτι τόσο κοινό και συνηθισμένο: για ό,τι μου συμβαίνει, ρίχνω την ευθύνη στον άλλον. Και οι εκφάνσεις αυτού στην κλινική, εμφανίζονται μέσα από τις θεμελιακές αρνήσεις που έχουν τη μορφή των 3ων παραληρημάτων: ζήλεια – ερωτομανία – ερμηνεία.
Εκεί, είναι ο άλλος που φταίει… Το βλέπουμε αυτό συχνά στην καθημερινή μας ζωή με το «παραλήρημα» της αγνής ψυχής! Εκεί δηλαδή όπου το υποκείμενο επιρρίπτει την ευθύνη στον άλλο, ή στον εξωτερικό κόσμο για την αταξία του είναι του. Πρόκειται για μια αμφιθυμική επιθετικότητα, μια μνησικακία, λέει. Κι επειδή ο Αγ. Αυγουστίνος προηγείται της ψυχανάλυσης, μας δίνει αυτή την ωραία περιγραφή: «είδα με τα ίδια μου τα μάτια… ένα μωρό θύμα της ζήλειας… Δεν μιλούσε ακόμα, θαύμαζε παντελώς κάτωχρο και με δηλητηριώδες βλέμμα τον ομογάλακτό του.»!
Αναφερόμαστε λοιπόν σε ένα στάδιο προ της ομιλίας, ένα στάδιο infans. Δεν υπάρχει ο λόγος διαμεσολαβητής. Οι επιπτώσεις στο σώμα, ξεκάθαρες: θαύμαζε: αναφέρεται στο βλέμμα, στο θέαμα, αυτό που το μάτι βλέπει, μια «θεαματική απορρόφηση», χλωμό: η συναισθηματική αντίδραση που αποτυπώνεται στο σώμα, ένα σώμα που του έχει φύγει το αίμα, μπορούμε να φανταστούμε, ότι έχει εξαφανιστεί, έχει νεκρωθεί… και δηλητηριασμένο βλέμμα: το βλέμμα-δηλητήριο, το βλέμμα που σκοτώνει… Αυτή η μνησικακία, αυτή η αμφίθυμη επιθετικότητα, κάνει το παιδί να υποφέρει… και σκοτώνοντας, θα λέγαμε, σκοτώνεται το ίδιο…Να τες, λοιπόν, οι ψυχικές και οι σωματικές συνιστώσες της επιθετικότητας.! Ψυχικές και σωματικές. Είναι, ίσως, η καλύτερη περιγραφή που θα μπορούσαμε να της κάνουμε.
Η Μέλανι Κλάιν έχει μελετήσει πολύ αυτή την κατάσταση infans. Το παιδί που δεν μιλά, αντιδρά διαφορετικά μπροστά στο τραύμα. Η Κλάιν μας μιλά για τον πρωταρχικό φαντασιακό περίβολο της μητρικής imago. Είναι εκείνη του μητρικού σώματος, που το βλέπουμε να απεικονίζεται στις παιδικές ζωγραφιές, ως εκείνο που εμπεριέχεται στο μέσα του σχεδίου και το οποίο διατρυπιέται, παραβιάζεται από την εξωτερική πραγματικότητα και τους άλλους. Αυτό είναι κάτι που συνεχίζεται στην μετέπειτα ζωή του υποκειμένου, με μια ορισμένη φαντασιακή εμμονή. Και συνιστά το κακό εσωτερικό αντικείμενο, που αναπαράγεται στον ενήλικα, όταν βρεθεί σε κατάσταση μειονεκτικότητας. Είναι κάτι που εμφανίζεται συχνά στους συνειρμούς των υποκειμένων, στην ανάλυση. Το κακό, λοιπόν, πριν απ’ το καλό!
Ο Φρόιντ ήδη μας έχει μιλήσει για την πρωταρχικότητα της αρνητικής λίμπιντο, που προϋπάρχει της αρμονίας. Εδώ, σπάμε το μύθο της αγνής και τέλειας αρμονίας. Αντιθέτως, έχουμε να κάνουμε μ’ ένα πάθος. Το ναρκισσιστικό πάθος! Εκεί τοποθετείται κι αυτή η παράνοια, που λέγαμε, του εγώ: δηλαδή, εκεί, το εγώ παραγνωρίζει, παραμελεί, θολώνει [scotomise] τις αισθήσεις του, που το κατευθύνουν να αντιδράσει στην εξωτερική πραγματικότητα και δένει όλα αυτά που συμβαίνουν μέσα στις σημασίες, σημασίες που δέχεται από τη γλώσσα. Μιλάμε για μια θεμελιώδη παραγνώριση: ο άνθρωπος βρίσκεται αντιμέτωπος με την καταπίεση αυτού του αρχαϊκού υπερεγώ, που συγκροτεί την ηθική συνείδηση, αλλά και το λυσσαλέο πάθος του να αποτυπώνει την εικόνα του στην πραγματικότητα. Μόνο ελπιδοφόρο μήνυμα, είναι ότι ο άνθρωπος καταφέρνει να υπερβεί αυτή την παραγνώριση, και άρα να υπερβεί τα όρια του ασυνειδήτου του, όπως λέει χαρακτηριστικά ο Λακάν, μόνο με την δύναμη της διαλεκτικής του. Διαλεκτική σημαίνει λόγος και λογική, με την διπλή αρχαία σημασία.

Το εγώ είναι ένας άλλος, στην ψυχανάλυση
Συνεπώς, ο Λακάν πραγματεύεται την έννοια της επιθετικότητας ως ένταση συνακόλουθη της ναρκισσιστικής δομής του υποκειμένου. Κι εδώ, τονίζεται η διαλεκτική σχέση της επιθετικότητας με το οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Η δεύτερη ταύτιση, η ταύτιση με το γονέα του ίδιου φύλου, θα μπορεί να λειτουργήσει, μόνο αν έχει ήδη λειτουργήσει η πρώτη, δηλαδή, αν το υποκείμενο έχει προετοιμαστεί από μια πρωταρχική ταύτιση που το δομεί ως αντίζηλο του εαυτού του – στο στάδιο του καθρέφτη, το παιδί προβάλλει τον εαυτό του στον άλλον. Κι έτσι, διαμορφώνεται μια ταυτότητα: μπορούμε να πούμε: «Είμαι άνθρωπος», όπως «Είμαι γιατρός», ή «Είμαι πολίτης αυτής της χώρας». Δηλαδή: «Είμαι όμοιος με εκείνον που αναγνωρίζοντάς τον ως άνθρωπο, καταφέρνω να αναγνωριστώ κι εγώ ως τέτοιος». Εξού και η φράση του Λακάν «Το εγώ είναι ένας άλλος».
Ο πολιτισμός μας, ωστόσο, αυτό το εγώ το περιορίζει στο επίπεδο της υποκειμενικής δραστηριότητας. Όταν λέμε «είμαι γιατρός», το εγώ είναι το γραμματικό υποκείμενο: εγώ είμαι γιατρός, εγώ αγαπάω, εγώ… Όμως, η ψυχανάλυση θεωρεί αυτό το εγώ με διαφορετικό τρόπο: γιατί «είμαι άνθρωπος» σημαίνει «είμαι όμοιος μ’ εκείνον που αναγνωρίζω ως άνθρωπο, κι άρα, καθιερώνομαι κι εγώ ως τέτοιος». Το εγώ λοιπόν είναι ένας άλλος. Κι αυτό είναι κάτι που στοχεύεται στην ανάλυση. Δηλαδή, από αυτό το γραμματικό αντικειμενικό καθεστώς του εγώ του πολιτισμού μας, όπου εγώ και υποκείμενο συγχέονται, ακόμα και στις πιο αρχαϊκές μορφές της γλώσσας, όπου το εγώ παρουσιάζεται μέσω του ποιητικού αιτίου, όπου το υποκείμενο είναι αυτό που ποιεί, πράττει, δηλαδή προσδιορίζεται από την πράξη του, φτάνουμε στη ριζοσπαστική αντίληψη της ψυχανάλυσης για το εγώ.
Τι μας λέει η ψυχανάλυση; Μας λέει ότι το εγώ είναι το κέντρο των αντιστάσεων. Και κατ’ αυτόν τον τρόπο, τάσεις που ήταν αποκλεισμένες από το εγώ, αρχίζουν να εξετάζονται εκ νέου, τάσεις που υπολανθάνουν στα συμπτώματα που μελετά η ανάλυση. Κι εδώ, ο ρόλος των επιθετικών τάσεων είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τη δομή της προσωπικότητας και των συμπτωμάτων. Και ακριβώς, ο ρόλος του Οιδίποδα ποιος είναι; Πρόκειται για κάτι που έχει αποτέλεσμα μετουσίωσης. Καταφέρνει δηλαδή να μετουσιώσει τη γενετήσια λίμπιντο στον άνθρωπο και να τον υπάγει, να τον υποτάξει στον πολιτισμό. Ωστόσο, ο χαρακτήρας της ναρκισσιστικής δομής του υποκειμένου παραμένει ακατάβλητος, απαρασάλευτος, κατά ένα μέρος. Διότι το υποκείμενο παραμένει στην υποταγή της ναρκισσιστικής δομής. Θα ήταν μεγάλη παγίδα, το λέμε συχνά με διάφορους τρόπους, η ψυχανάλυση να αφεθεί να «ξεγελαστεί και να πιστέψει σε μια προϋπάρχουσα αρμονία, την οποία αναζητούμε προκειμένου να μπορέσουμε να ελευθερώσουμε την κοινωνία από τις επιθετικές προτροπές μέσα στο υποκείμενο».
Προχωρώντας το συλλογισμό προς αυτή την κατεύθυνση, θεωρούμε ότι σε όλες τις φάσεις της ανάπτυξης του υποκειμένου, ξαναβρίσκουμε αυτή τη ναρκισσιστική στιγμή, ανάμεσα σε ένα πριν και ένα μετά: σ’ ένα πριν όπου το υποκείμενο χρειάζεται να αποδεχθεί τη λιβιδινική του αποστέρηση και σ’ ένα μετά, όπου υπερβαίνοντας τον εαυτό του, συμμετέχει σε μια ρυθμιστική μετουσίωση, για να μπορέσει να ζήσει μέσα στον πολιτισμό. Σ’ αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, η επιθετικότητα κατανοείται μέσα στις παλινδρομήσεις, στις αποβολές και στις απορρίψεις της τυπικής ανάπτυξης του υποκειμένου, σε σχέση με την πραγμάτωση του φύλου του και σε σχέση με τις λιβιδινικές του μεταμορφώσεις, καθώς περνά από τα διάφορα στάδια: απογαλακτισμός, οιδιπόδειο, εφηβεία, ενηλικίωση, μητρότητα, κλιμακτήριος, κ.α.· φάσεις, δηλαδή, μεταιχμιακές, που έχουν να κάνουν με ένα πριν και ένα μετά· φάσεις όπου παλινδρομήσεις, αποβολές και απορρίψεις έχουν μια σημαντική θέση σ’ αυτή τη μετάβαση από το πριν στο μετά.

Επιθετικότητα, βία, πολιτισμός
Μετά τη χρονική διάσταση, θα λέγαμε, ανάμεσα στο πριν και το μετά, στην 5η θέση του, ο Λακάν δίνει την χωρική διάσταση της επιθετικότητας. Αναφέρεται στην κατηγορία του χώρου, πράγμα που μας επιτρέπει να συλλάβουμε το ρόλο της στη μοντέρνα νεύρωση και στη δυσφορία μέσα στον πολιτισμό.
Στον σύγχρονο πολιτισμό μας, η επιθετικότητα συγχέεται με τη δύναμη. Είναι εκείνο το γιαν των Κινέζων, το μέρος, το θερμό, τη ενεργητικό, το δραστήριο, έναντι του παθητικού, του εσωστρεφούς, του αδρανούς μέρους, του γιν. Αυτά τα δυο πρέπει να βρίσκονται σε ισορροπία για να μπορεί ο άνθρωπος να ζει ευτυχισμένος. Ευτυχία, μας λέει ο Φρόιντ, στη Δυσφορία στον πολιτισμό, είναι η ικανοποίηση των ενορμήσεων. Όμως, το περιβάλλον μας δεν φροντίζει γι’ αυτό, αλλά μας βουτάει μέσα στη στέρηση, μας αρνείται τον κορεσμό των επιθυμιών μας. Τρία τα εμπόδια για την ευτυχία, τρία τα βάσανα, μας λέει: 1) το ίδιο μας το σώμα, με την αδυναμία του, που είναι προορισμένο να φθαρεί και να αποσυντεθεί, 2) το (φυσικό) περιβάλλον, που συχνά μας στέκεται ενάντιο με τις ολέθριες δυνάμεις του, και 3) οι άνθρωποι, η οικογένεια, το κράτος, οι θεσμοί και οι κοινωνίες τους. Στα δυο πρώτα, ξέρουμε ότι μάλλον δεν μπορούμε να κυριαρχήσουμε και γι’ αυτό, υποφέρουμε, αλλά κάποια στιγμή παραδινόμαστε, παραιτούμαστε με κάποιον τρόπο από την οδύνη. Στο τρίτο, όμως, αντιστεκόμαστε… Δεν μπορούμε να αντέξουμε τη ματαίωση. Και θέλουμε να επικρατήσουμε…! Αυτός ο αγώνας είναι αγώνας για τη ζωή. Κυριαρχία, σημαίνει, πρωτίστως, κατάκτηση χώρου. Υπάρχει, δηλαδή, εκεί, μια διάσταση χώρου. Το γνωρίζουμε αυτό κι από τα ζώα, που ορίζουν και προστατεύουν την περιοχή τους με τους φυσικούς μηχανισμούς τους, ή από τα σαρκοβόρα ζώα που ανταγωνίζονται για τη λεία τους και εξαφανίζουν τα μικρότερα. Ο Δαρβίνος επέτυχε! Επικρατεί ο πιο ισχυρός(!), μας λέει.
Να λοιπόν πώς συνδέεται η επιθετικότητα με τη δύναμη. Η επιθετικότητα είναι, αναμφισβήτητα, κι είναι εκείνη που οδηγεί στην πρόοδο, είναι η απαραίτητη δύναμη που εγκυμονεί την εξέλιξη του ανθρώπου. Μιλάμε για την πρόοδο που εξάγεται από τη σύγκρουση του κυρίου και του σκλάβου, έτσι όπως την περιέγραψε ο Χέγκελ, διατυπώνοντας τη λειτουργία της επιθετικότητας στην ανθρώπινη οντολογία. Κι απ’ αυτές τις συγκρούσεις αναδύεται το στάτους, το καταστατικό, το καθεστώς, του ατόμου στη Δύση. Και πως να το ακούμε αυτό σήμερα; Στον καιρό της παγκοσμιοποίησης και της συγκρότησης του μελλοντικού ανθρώπου;

Από εκείνη την εποχή, ωστόσο, ο Λακάν μας το λέει :Το φυσικό άτομο είναι μηδέν. Δεν μετράει δηλαδή τίποτα από μόνο του. Δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του παρά μόνο με τη μεσολάβηση της επιθυμίας και της εργασίας του άλλου. Η θεωρία του Χέγκελ βασίζεται στην αναγνώριση του ανθρώπου από τον άνθρωπο. Μέσα από την ριζική άρνηση της φυσικής αξίας τού να είναι κανείς άνθρωπος, μιλάει είτε για τη στείρα τυραννία του κυρίου, με όλες τις δυσάρεστες επιπτώσεις που μπορούμε να εννοήσουμε παρατηρώντας τις κοινωνίες μας, ιδιαιτέρως τον τελευταίο αιώνα, της λεγόμενης προόδου, είτε για τη τυραννία της εργασίας, που κι εκείνη την διαπιστώνουμε, σήμερα, μέσα από τις άγριες επιπτώσεις της για τα υποκείμενα, τυραννία βέβαια παρόλα αυτά γόνιμη.
Πώς ορίζονται άραγε οι ανάγκες του σημερινού υποκειμένου μέσα από όλα αυτά; Ήδη, ένα πρώτο σημείο συνδέεται με την απουσία ολοένα αυξανόμενη, των πρακτικών ικανοποίησης του υπερεγώ και του ιδεώδους του εγώ· αυτών, δηλαδή, των πρακτικών που συγκροτούσαν τις συνθήκες που επικρατούσαν, παλιότερα, στις κοινωνίες, από τις τελετουργίες της καθημερινής ζωής ως τις γιορτές της κοινότητας και συντελούσαν στη συνάρθρωση και τη συναρμογή του κοινωνικού ιστού και υπερασπίζονταν τις συνδέσεις, ενάντια στις αποσυνδέσεις. Ως επίπτωση αυτής της απουσίας καταγράφεται και η πάλη των φύλων. Του άνδρα και της γυναίκας.
Θεωρώ εντυπωσιακή και πολύ επίκαιρη τη διατύπωση του Λακάν σ’ αυτό το σημείο : Η προώθηση του εγώ στην ύπαρξή μας καταλήγει σύμφωνα με την ωφελιμιστική αντίληψη του ανθρώπου, να πραγματώνει ολοένα και περισσότερο τον άνθρωπο ως άτομο, δηλαδή σε μια απομόνωση της ψυχής, όλο και πιο συγγενή με το πρωταρχικό αίσθημα εγκατάλειψης. Εγκατάλειψη και μοναξιά του σύγχρονου υποκειμένου, χαρακτηριστικά του σήμερα. Γιατί παγκοσμιοποίηση, με την υποτιθέμενη οικουμενικότητα και ισότητα που καταργεί τα σύνορα, καταργεί και τις διαφορές· δηλαδή καταργεί τα  υποκείμενα. Το υποκείμενο είναι το ιδιαίτερο για την ψυχανάλυση. Βέβαια, σ’ αυτή την τροπή που πήραν τα πράγματα, καθοριστικό ρόλο έπαιξε και η επιστήμη. Μην το ξεχνάμε.

Το μίσος και ο πολιτισμός του
Και μέσα σ’ αυτό το κλίμα της σύγχρονης μοναξιάς, η μάχη παρουσιάζεται ολοένα και πιο αναγκαία και υποχρεωτική μαμή κάθε προόδου. Και λέγοντας μάχη, εννοούμε την πάλη, τη διαμάχη, λέξεις που μας πάνε στο αρχαίο νείκος. Για τον Εμπεδοκλή, το νείκος μαζί με τη φιλία, αποτελούν τις δυο πρωταρχικές δυνάμεις που κυβερνούν τον κόσμο και τα ζώντα όντα, μέσα από την αέναη εναλλαγή τους. Η φιλότης ενοποιεί τον κόσμο, ενώ το νείκος τον διαιρεί και τον μετατρέπει σε πολλαπλότητα. Αυτή είναι η ζωή στην κυκλική της κίνηση.
Το άτομο του ανθρώπινου είδους, εδώ, έχει τις ευθύνες του. Τι εμποδίζει, όμως, τον άνθρωπο να αναλάβει τις ευθύνες του; Ο πόλεμος μας έχει μάθει πολλά για τις νευρώσεις. Κι αυτά τα «κακά εσωτερικά αντικείμενα» ανιχνεύονται σχεδόν παντού. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης του εγώ οδηγεί στον ίλιγγο της κυριαρχίας του χώρου. Κι ο φόβος του θανάτου δεν είναι παρά ένας ναρκισσιστικός φόβος του τραυματισμού του ίδιου του σώματος. Να πού έρχεται να φυτρώσει το άγχος. Μας το έχουν αναλύσει οι φιλόσοφοι. Ο Κίρκεγκωρ μας λέει ότι πρόκειται για την άβυσσο στην οποία πέφτει το υποκείμενο και εκεί χάνει τον εαυτό του…
Τι χρειάζεται λοιπόν να κάνει ο άνθρωπος; Να αναλάβει το πρωταρχικό του σχίσμα, μας λέει ο Λακάν τελειώνοντας την ανάπτυξή του για την επιθετικότητα. Ο άνθρωπος της μοντέρνας κοινωνίας βρίσκεται μπροστά στην τρομερή του ρωγμή. Μόνος. Όλοι υποφέρουμε από τους δεσμούς, λέει η Σολέρ. Η απάντηση; Νευρώσεις αυτό-τιμωρίας, υστερικά συμπτώματα και αναστολές, ψυχασθένειες που αποπραγματοποιούν τον άλλο και τον κόσμο…
Αυτό για το οποίο πρόκειται, και είναι εμφανές σήμερα στον πολιτισμό μας, πολιτισμό του μίσους[ii] είχε πει από τότε, ο Λακάν, είναι το κακόν του ίδιου του είναι. Άρα, από την αδερφική ζήλεια και τη εξανθρωπιστική της, θα λέγαμε, λειτουργία, μέσω της διαμεσολάβησης του συμβολικού πεδίου, στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα, φτάνουμε στο κακόν. Το κακόν του ίδιου του είναι, το κακόν αυτό που ο τρελός ψάχνει να χτυπήσει μέσα από το αντικείμενο που χτυπάει. Εγκλήματα δηλαδή που απέχουν πολύ από τα εγκλήματα πάθους. Πρόκειται για πράξεις που κάνουν την αλυσίδα με τον έξω κόσμο να διαρραγεί, να σπάσει.
Και ενώ η πράξη στην πραγματική της διάσταση είναι εκείνη που διατρέχει και τους 3 λογικούς χρόνους: της παρατήρησης, της κατανόησης και του συμπεράσματος[iii], όπου το υποκείμενο πράττει και η πράξη του έρχεται, όπως έλεγε ο Λακάν, στην Ηθική του, στη θέση ενός λέγειν υπερβαίνοντας το μάλιστα, εδώ τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η εγκληματική πράξη, ήδη από την Εμέ, και στη συνέχεια με τις αδερφές Παπέν, μας το έδειξε να το καταλάβουμε ο Λακάν, η εγκληματική πράξη δεν περνά από τον δεύτερο χρόνο, εκείνο της κατανόησης. Το υποκείμενο περνά αμέσως από το βλέμμα, το βλέπειν, στην αποτρόπαιη πράξη, σε μια προσπάθεια να απελευθερωθεί και να απαλλαχτεί από το Πράγμα μέσα του. Η επιθετική ενόρμηση που στρέφεται προς τον όμοιο για να τον καταστρέψει και η οποία είναι σύμφυτη με την κοινωνικοποίηση κάθε ατόμου, και με τη γένεση του Εγώ, βρίσκεται στην αρχή κάθε εγκληματικής πράξης και παρανοϊκού παραληρήματος, μας λέει στο κείμενο για τις Παπέν. Εκείνο που κάνει τη διαφορά είναι ο τρίτος όρος, το όνομα του Πατέρα, ή τα ονόματα του Πατέρα, που θα έρθουν να δέσουν αυτό που αποσυνδέεται, λόγω της επιθετικής ενόρμησης. Όπως και στη Εμέ, έτσι και σε πολλά εγκλήματα, η φυλάκιση και η ποινή έρχεται ως τρίτος όρος, ως νόμος, για το υποκείμενο, που δένει και σταματά τα περάσματα στην πράξη.

Κατακλείδα
Η επιθετικότητα είναι εγγεγραμμένη βαθιά στο είναι του υποκειμένου και πολύ περισσότερο, το διαμορφώνει, μέσα από τη σχέση με τον όμοιο και τον εαυτό του. Αποτελεί, συνεπώς, γόνιμη δύναμη, αμείωτη που δεν μπορεί να εξαλειφθεί στον άνθρωπο. Τι κάνουμε όμως με το μίσος; Αυτό το πάθος, ένα από τα 3 μάλιστα βασικά λακανικά πάθη, μαζί με την αγάπη και την άγνοια;
Στο Σεμινάριο Ακόμη, μας απαντά: «… η ψυχανάλυση έρχεται να μας υπενθυμίσει ότι δεν γνωρίζουμε αγάπη δίχως μίσος.  Ε, λοιπόν, αν μας απογοητεύει η γνώση αυτή, που κυοφορήθηκε στο πέρασμα των αιώνων, …είναι ίσως επειδή το μίσος εκεί δεν μπήκε καθόλου στη θέση του»[iv]! Στην αδελφότητα αυτή, λοιπόν, της οποίας είμαστε πάντα υπερβολικά άνισοι, χρειάζεται να ανοίξουμε εκ νέου το δρόμο του νοήματος. Και αυτό στοχεύει η ψυχανάλυση: πώς και υπό ποιες συνθήκες, θα ανοιχτεί ο δρόμος για το κάθε υποκείμενο, περνώντας και από τους 3 χρόνους της πράξης του: της παρατήρησης (του βλέμματος), της κατανόησης (του συλλογισμού) και της απόφασης (του είναι). Για να μπορέσουμε να περάσουμε σε μια άλλη πράξη, σε μια πράξη εν νέου εξανθρώπισης… Μια πράξη για την οποία χρειάζεται να πάρει κανείς τις αποφάσεις του παίρνοντας τα ρίσκα του, διακινδυνεύοντας να βρεθεί αντιμέτωπος με τη ρωγμή του και το αδύνατο… Διότι, μετά από αυτή την πράξη, το υποκείμενο δεν μένει ποτέ το ίδιο, αλλά γίνεται κάτι άλλο. Και, ίσως, αυτός να είναι και ο δρόμος της προόδου και της εξέλιξης στο πολιτισμό τους. Και ίσως, έτσι, μπορούμε να προσπεράσουμε τα εμπόδια για την ευτυχία, όχι αγνοώντας τα, αλλά ακριβώς λαμβάνοντάς τα υπόψη και δίνοντας τους τη θέση τους.

Ιωάννα Βισβίκη


[ο πίνακας είναι του Β. Καντίσκι με την ονομασία Σύνθεση VII του  1913]

[i] Ζ. Λακάν, «L’agressivité en psychanalyse», Ecrits, Editions du Seuil, 1966, Παρίσι, pp. 101-124, (ελληνική μετάφραση: «Η επιθετικότητα στην ψυχανάλυση», έκδοση της Σχολής Ψυχανάλυσης των Φόρουμ του Λακανικού Πεδίου Γαλλίας, 2008, εσωτερική χρήση από τα μέλη της Διεθνούς).
[ii] Ζ. Λακάν, Les écrits techniques de Freud, éditions Seuil, 1975, Παρίσι, pp. 422.
[iii] Ζ. Λακάν, «Le temps logique et l’assertion de la certitude anticipée», Ecrits, Editions du Seuil, 1966, Παρίσι, pp. 197-213.
[iv] Ζ. Λακάν, Σεμινάριο εικοστό, Ακόμη, εκδόσεις Ψυχογιός, 2011, Αθήνα, σελ. 215.



Πηγή: Champlacanien-  Φόρουμ Ψυχανάλυσης του Λακανικού Πεδίου Αθήνας


 __





Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

Κατασκευές στην Ανάλυση




Χωρίς τίτλο, 1971 του Σι Τουμλι  (Cy Twombly)


«Όταν εκθέτετε σε έναν ασθενή σας στις ερμηνείες σας, η μέθοδός σας ακολουθεί σε βάρος του τη διαβόητη αρχή: "Κορώνα κερδίζω, γράμματα χάνεις". Αν τυχόν συμφωνήσει τότε είναι εντάξει, αν όμως σας φέρει αντιρήσεις τότε αυτό αποτελεί ένδειξη αντίστασης. » S.F.

Πρόθεση της αναλυτικής εργασίας είναι, ως γνωστόν, να φέρει τον ασθενή στο σημείο να άρει τις απωθήσεις -υπό την ευρύτατη έννοια- της πρώτης περιόδου ανάπτυξής του, για να τις αντικαταστήσει με αντιδράσεις που θα ανταποκρίνονται σε μια κατάσταση ψυχικής ωριμότητας. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, πρέπει να θυμηθεί ορισμένα βιώματα και τα συναισθήματα που αυτά του προκάλεσαν, πράγματα που τώρα είναι ξεχασμένα. Γνωρίζουμε ότι τα σημερινά του συμπτώματα και οι αναστολές του είναι επακόλουθα τέτοιων απωθήσεων, δηλαδή υποκατάστατα εκείνων που έχει ξεχάσει. Tι υλικά θέτει στη διάθεσή μας, ώστε με την εκμετάλλευσή τους να μπορέσουμε να τον οδηγήσουμε στην επανάκτηση των χαμένων αναμνήσεών του; Πολλά και διάφορα, αποσπάσματα αυτών των αναμνήσεων στα όνειρά του, που καθεαυτά έχουν απαράμιλλη αξία, αλλά κατά κανόνα είναι σοβαρά παραμορφωμένα από όλους τους παράγοντες που συμμετέχουν στη διαμόρφωση του ονείρου·‡ ιδέες που παράγει, καθώς αφήνεται "στους ελεύθερους "συνειρμούς", μέσα στις οποίες μπορούμε να βρούμε νύξεις για απωθημένα βιώματα και παράγωγα των καταπιεσμένων συναισθηματικών παρορμήσεων, καθώς και των αντιδράσεων σε αυτές·‡ τέλος, νύξεις αναπαραγωγών των συναισθημάτων που ανήκουν στο απωθημένο υλικό, εκδηλωνόμενες σε, περισσότερο ή λιγότερο, σημαντικές πράξεις του ασθενούς μέσα και έξω από τις αναλυτικές συνεδρίες. 'Εχουμε αποκτήσει την εμπειρία ότι η σχέση μεταβίβασης που δημιουργείται προς τον αναλυτή, είναι ιδιαίτερα ευνοϊκή για την επάνοδο τέτοιων συναισθηματικών σχέσεων. Aπό αυτή την πρώτη ύλη -όπως θα λέγαμε- πρέπει να παραγάγουμε αυτό που επιθυμούμε.

Tο επιθυμούμενο είναι μια αξιόπιστη και, από κάθε ουσιαστική πλευρά, πλήρης εικόνα των ξεχασμένων χρόνων της ζωής του ασθενούς. Eδώ όμως, πρέπει να θυμηθούμε ότι η αναλυτική εργασία αποτελείται από δύο εντελώς διαφορετικά μέρη, ότι εκτελείται σε δύο χωριστές σκηνές και γίνεται από δύο ανθρώπους, καθένας από τους οποίους έχει άλλη αποστολή. Mπορεί κανείς να αναρωτηθεί στιγμιαία γιατί δεν έχει ήδη επισημανθεί αυτό το βασικό γεγονός, αλλά αμέσως σκέφτεται ότι τίποτε δεν του αποσιωπήθηκε, ότι πρόκειται για κάτι γενικά γνωστό, για ένα τρόπον τινά αυτονόητο γεγονός, που μόνον εδώ και για έναν ειδικό σκοπό υπογραμμίζεται και αξιολογείται ξεχωριστά. Ξέρουμε όλοι ότι ο αναλυόμενος πρέπει να οδηγηθεί ώστε να ξαναθυμηθεί κάτι που έζησε και απώθησε, και οι δυναμικές συνθήκες αυτής της διαδικασίας είναι τόσο ενδιαφέρουσες ώστε το άλλο μέρος της εργασίας, η δουλειά του αναλυτή, έρχεται σε δεύτερη γραμμή. O αναλυτής δεν έζησε ούτε απώθησε τίποτε από τα ζητούμενα, δεν μπορεί να είναι δουλειά του να θυμηθεί κάτι. Ποια είναι λοιπόν η αποστολή του; Πρέπει να μαντέψει το ξεχασμένο υλικό από τα σημάδια που άφησε πίσω του ή, πιο σωστά, να το κατασκευάσει. Πώς, πότε και με ποιες επεξηγήσεις θα ανακοινώσει τις κατασκευές του στον αναλυόμενο, αυτό είναι που θα συνδέσει μεταξύ τους τα δύο κομμάτια της αναλυτικής εργασίας, το δικό του μερίδιο με εκείνο του αναλυομένου [...].

Κείμενο 1:  Freud, S. [1937]: Kατασκευές στην Ψυχανάλυση. Μτφρ. Λ. Αναγνώστου.
Εκ των υστέρων
1: 5-15, σελ. 5-6. © Εκ των υστέρων



__





Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

H Αμερική, το Δίκαιο της Θάλασσας και η Ελληνική ΑΟΖ: Μία τεράστια αυτοτραυματική πληγή;



Γράφει ο Θ. Καρυώτης

Ξαφνικά άρχισε πάλι η συζήτηση στην Αμερικανική Γερουσία για το θέμα της επικύρωσης της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 (UNCLOS) και θα έχει σημαντικές προεκτάσεις για την Ελλάδα.

Η γερουσιαστής Λίζα Μουρκόβσκι της Αλάσκας, πρόεδρος της Επιτροπής της Γερουσίας για την Ενέργεια και τους Φυσικούς Πόρους, δήλωσε πρόσφατα ότι η μη επικύρωση της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 (UNCLOS), αποτελεί ένα μεγάλο λάθος που πρέπει, σύντομα, να διορθωθεί ώστε οι ΗΠΑ να απολάβουν όλα τα προνόμια που θα της δίνει η προσχώρηση στο Σύνταγμα των Θαλασσών και Ωκεανών του πλανήτη Γη, όπως είναι έρευνες στην Αρκτική, στην εξωτερική υφαλοκρηπίδα, στα βάθη των ωκεανών για πιθανή εξόρυξη των πολύτιμων πολυμεταλλικών κονδύλων και καλύτερη προστασία της αλιείας τους.

Επίσης, ο ανεξάρτητος γερουσιαστής Άνγκους Κίνγκ του Μαίην, μέλος της ίδιας επιτροπής, αποκάλεσε αποτυχία της Γερουσίας να επικυρώσει το UNCLOS, μιλώντας στο Κέντρο Διεθνών και Στρατηγικών Μελετών και ανέφερε: 

«Είναι μια τεράστια αυτοτραυματική πληγή. Η αποτυχία να κυρωθεί με βάση τα επιχειρήματα της απώλειας αμερικανικής κυριαρχίας σημαίνει ότι αυτή τη στιγμή δεν είμαστε στο “παιχνίδι” για να αποφασίσουμε τα ευρέα ναυτιλιακά ζητήματα».

Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) είναι η διεθνής συμφωνία που προέκυψε από την τρίτη διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας η οποία διεξήχθη μεταξύ 1973 και 1982. Η σύμβαση άνοιξε προς υπογραφή στις 10 Δεκεμβρίου 1982 και τέθηκε σε ισχύ στις 16 Νοεμβρίου 1994 με την κατάθεση του 60ου εγγράφου επικύρωσης. Η σύμβαση επικυρώθηκε από 167 συμβαλλόμενα μέρη, τα οποία περιλαμβάνουν 166 κράτη και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Επιπλέον 14 κράτη μέλη του ΟΗΕ υπέγραψαν, αλλά δεν επικύρωσαν τη σύμβαση.

Τον Μάρτιο του 1983, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρέιγκαν, με τη Διακήρυξη Αρ. 5030, ανακήρυξε μια Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) 200 ν.μ. (Ήταν η πρώτη απόδειξη για μένα ότι βρισκόμουν στον σωστό δρόμο για την αξία της Ελληνικής ΑΟΖ, και περιμένω από τότε να δω την ανακήρυξη της ΑΟΖ της πατρίδας μου).

Τον Δεκέμβριο του 1988, ο Πρόεδρος Ρέιγκαν, μέσω της Διακήρυξης αριθ. 5928, επέκτεινε τα χωρικά ύδατα των ΗΠΑ από 3 ν.μ. σε 12 ν.μ. για σκοπούς εθνικής ασφάλειας. ( Η Ελλάδα είναι το μόνο κράτος στον κόσμο με χωρικά ύδατα 6 ν.μ.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες υπήρξε έντονη συζήτηση σχετικά με την επικύρωση του UNCLOS, με επικρίσεις προερχόμενες κυρίως από συντηρητικούς πολιτικούς που θεωρούν ότι η συμμετοχή σε ορισμένους διεθνείς οργανισμούς και Συνθήκες είναι επιζήμια για τα εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ, και θα έπληττε την κυριαρχία των ΗΠΑ. 

Οι ΗΠΑ έχουν πολλά να κερδίσουν από την επικύρωση σήμερα. Το UNCLOS είναι πολύ ευνοϊκό για τις Ηνωμένες Πολιτείες διότι διατήρησε τη μοναδική μόνιμη έδρα στο Διεθνές Συμβούλιο Βυθού Θαλασσών (Seabed Authority) που θα επιβλέπει την εξόρυξη του βυθού, συμπεριλαμβανομένων ενδεχομένως πλούσιων πηγών αναξιοποίητων ενεργειακών πόρων, ορυκτών και πολύτιμων μετάλλων. Αυτή η μόνιμη θέση παραμένει άβολα κενή και παίρνονται αποφάσεις για την εξόρυξη του βυθού στα διεθνή ύδατα χωρίς τη συμμετοχή των ΗΠΑ

Η Αμερική με το να μην έχει επικυρώσει (ουσιαστικά προσχωρήσει) στη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας δεν έχει δικαιώματα πρόσβασης στην Αρκτική. Η Γεωλογική Υπηρεσία των ΗΠΑ έχει υπολογίσει ότι ο Αρκτικός Ωκεανός έχει το 22% των παγκόσμιων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων που έχουν υπολογιστεί ότι είναι της τάξης των 412 δισεκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου!

Τέλος, η αξία του UNCLOS είναι πολύ σημαντική για τις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ διότι καθιερώνει σαφή δικαιώματα, καθήκοντα και δικαιοδοσίες των θαλάσσιων κρατών. Το UNCLOS καθορίζει τα όρια της «χωρικής θάλασσας» μιας χώρας, θεσπίζει κανόνες για τη διαμετακόμιση μέσω των «διεθνών στενών» και ορίζει τις ΑΟΖ με τρόπο συμβατό με την ελευθερία της ναυσιπλοΐας. Καθιερώνει περαιτέρω το «κυρίαρχο απαραβίαστο» των ναυτικών πλοίων που καλούν σε ξένους λιμένες, παρέχοντας κρίσιμη προστασία για τα σκάφη των ΗΠΑ.

Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν αμφιβολίες για την εξεύρεση των 67 ψήφων, σε σύνολο 100, που απαιτούνται στη Αμερικανική Γερουσία για επικύρωση του UNCLOS.


Η Αμερική, η Τουρκία και η Ελλάδα
 

Η ΑΟΖ ΤΩΝ ΗΠΑ, Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΑΟΖ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ 




    ΠΗΓΗ: Office of the Geographer, Department of State, Ουάσινγκτον, D.C., 2004.


Ο παραπάνω χάρτης δείχνει ξεκάθαρα την υποκρισία της Αμερικής σχετικά με την φιλοτουρκική πολιτική που ακολουθεί για δεκαετίες τώρα στην ελληνοτουρκική διαφορά στο Αιγαίο. Η Αμερική όταν ανακήρυξε και μετά οριοθέτησε την ΑΟΖ της όχι μόνο έδωσε πλήρη δικαιώματα ΑΟΖ στα νησιά της αλλά σεβάστηκε και τα νησιωτικά κράτη Μπαχάμες και Κούβα που βρίσκονται απέναντι από τις ανατολικές ακτές της.

Όπως βλέπουμε από τον χάρτη, η Αμερική δεν χρησιμοποίησε τα τουρκικά επιχειρήματα ότι νησιά έχουν μειωμένη ΑΟΖ και οριοθέτησε την ΑΟΖ της με αυτή της Κούβας και των νησιών Μπαχάμες βάσει της μέσης γραμμής. Δεν ανέφερε ότι η ΑΟΖ αυτών των νησιωτικών κρατών διαθέτει περιορισμένη ΑΟΖ ίση με την αιγιαλίτιδα ζώνη τους και επομένως η αμερικανική ΑΟΖ επεκτείνεται και πίσω από τις ανατολικές ακτές αυτών των νησιών.

Έτσι η Αμερική, που απέχει μόνο 90 μίλια από τη Κούβα, δεν τόλμησε να ισχυρισθεί ότι η Κούβα, επειδή είναι νησί, δεν έχει πλήρη δικαιώματα σε ΑΟΖ, αλλά οριοθέτησε την ΑΟΖ ανάμεσα στα δύο κράτη χρησιμοποιώντας, όπως ήδη αναφέραμε, τη μέθοδο της “μέσης γραμμής” , μέθοδο που τόσο απεχθάνονται οι Τούρκοι. Μάλιστα η κυβέρνηση της Κούβας αποφάσισε να αρχίσει έρευνες για πετρέλαια στη δική της ΑΟΖ, έρευνες που μάλιστα γίνονται σε απόσταση μόνο 45 μιλίων από τις ακτές της Φλόριδα. Όταν αναφέρουμε στους Αμερικανούς να διαμηνύσουν στην Τουρκία να σεβαστεί τα νησιά μας που είναι πολύ κοντά στις ακτές της αλλά δεν της ανήκουν, όπως πράττουν και οι ίδιοι, μας απαντούν ότι αυτή η περίπτωση είναι διαφορετική και αφορά «ειδικές περιστάσεις» μιας ημίκλειστης θάλασσας. 

Η Αμερική υπέγραψε, επίσης, μια συμφωνία οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών με τα νησιά Κιριμπάτι στις 6 Σεπτεμβρίου 2013. Οριοθετήθηκαν τρία διαφορετικά θαλάσσια σύνορα με βάση την αρχή της ίσης απόστασης (equidistance) που τόσο αντιπαθεί η Τουρκία και είναι σημαντικό ότι η οριοθέτηση αυτή περιλαμβάνει και ακατοίκητα νησιά και βραχονησίδες. Οι Αμερικανοί είναι προφανές ότι, όπως ήδη αναφέραμε, έχουν δυο μέτρα και δυο σταθμά. Υποστηρίζουν ότι τα δικά τους νησιά, κατοικήσιμα ή όχι, έχουν πλήρη δικαιώματα ΑΟΖ, αλλά παρόμοια δικά μας νησιά δεν έχουν τα ίδια δικαιώματα. Αυτή είναι μια απαράδεκτη φιλοτουρκική θέση των Αμερικανών από το 1982 και πρέπει, επιτέλους, να σταματήσει.


 ΧΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΟΖ


ΠΗΓΗ: Θεόδωρος Καρυώτης, Η ΑΟΖ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, Αθήνα: Εκδόσεις Λιβάνη, 2014, σελ. 53.

Πηγή: H Αμερική, το Δίκαιο της Θάλασσας και η Ελληνική ΑΟΖ: Μία τεράστια αυτοτραυματική πληγή; https://mignatiou.com/2017/07/h-ameriki-to-dikeo-tis-thalassas-ke-i-elliniki-aoz-mia-terastia-aftotravmatiki-pligi/
ΠΗΓΗ: Θεόδωρος Καρυώτης, Η ΑΟΖ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, Αθήνα: Εκδόσεις Λιβάνη, 2014, σελ. 53.

Πηγή: H Αμερική, το Δίκαιο της Θάλασσας και η Ελληνική ΑΟΖ: Μία τεράστια αυτοτραυματική πληγή; https://mignatiou.com/2017/07/h-ameriki-to-dikeo-tis-thalassas-ke-i-elliniki-aoz-mia-terastia-aftotravmatiki-pligi/
ΠΗΓΗ: Θεόδωρος Καρυώτης,
Η ΑΟΖ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, Αθήνα: Εκδόσεις Λιβάνη, 2014, σελ. 53.


Είναι επιτακτική η άμεση επίσκεψη του Τσίπρα στην Ουάσιγκτον

Ήρθε η ώρα ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας, Αλέξης Τσίπρας, να επισκεφτεί την Ουάσιγκτον και να ζητήσει από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, με δέουσα πολιτική δεξιότητα, αξιοπρέπεια και αποφασιστικότητα, να ανακαλέσει την δήλωση που έκανε ο αξιωματούχος του State Department για την ελληνική ΑΟΖ, ώστε να θωρακίσει την πατρίδα μας, όπως ακριβώς έκανε ο αείμνηστος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Τάσσος Παπαδόπουλος το 2004.

Η δήλωση έγινε από τον τότε Υφυπουργό Εξωτερικών Φίλιπ Γκόρντον, στις 27 Ιουλίου 2011, στην Αθήνα: 

«Πιστεύω ότι είναι σημαντικό να αποφεύγονται μονομερή βήματα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνωρίζουν τα δικαιώματα των χωρών για την ανακήρυξη αποκλειστικών οικονομικών ζωνών, αλλά… δεν νομίζουμε ότι θα ήταν προς το συμφέρον της Ελλάδος να το πράξει χωρίς πλήρη συνεργασία με τους γείτονές της, της Τουρκίας συμπεριλαμβανομένης».

Ο Αλέξης Τσίπρας πρέπει να σκεφτεί ότι η ΑΟΖ δεν αποτελεί αμιγώς ένα θέμα εξωτερικής πολιτικής, αλλά εντάσσεται στα ευρύτερα πλαίσια οικονομικής ανάπτυξης στους τομείς της αλιείας, της εξερεύνησης των υδρογονανθράκων, της αιολικής ενέργειας και της προστασίας του περιβάλλοντος.

Ίσως χρειάζεται, επίσης, να του υπενθυμίσουμε και την δήλωση που έκανε στην πρώτη του επίσκεψη στην Ουάσιγκτον, στις 23 Ιανουαρίου 2013, όταν ήταν ακόμα στην αντιπολίτευση. Είχε πει τότε ο Αλέξης Τσίπρας:

«Στα πλαίσια του Διεθνούς Δικαίου η Ελλάδα δεν πρόκειται και δεν πρέπει να διαπραγματευθεί με κανέναν το δικαίωμά της στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη και μάλιστα πιστεύουμε ότι αυτό το δικαίωμα, το αναφαίρετο δικαίωμα, πρέπει να υποστηριχθεί και από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής».

Η Αμερικανική εξωτερική πολιτική των τελευταίων 35 ετών, από την εποχή του Ανδρέα Παπανδρέου μέχρι του Αλέξη Τσίπρα, εμμένει στην πάγια θέση ότι Ελλάδα δεν πρέπει να προβεί σε μονομερή ανακήρυξη ΑΟΖ άνευ διμερούς συμφωνίας με την Τουρκία. Βεβαίως, οι εμπειρογνώμονες του Ρεξ Τίλλερσον γνωρίζουν ότι η ανακήρυξη ΑΟΖ αποτελεί μια μονομερή πράξη, όπως άλλωστε έκαναν οι ΗΠΑ το 1983.

Μπορεί η μονομερής ανακήρυξη της ΑΟΖ να δημιουργήσει μια κρίση; Η ερώτηση έχει τεθεί πολλές φορές, αλλά η απάντηση έχει μεγαλύτερη αξία σήμερα λόγω των αυξημένων τουρκικών προκλήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Η απάντηση, βέβαια, δεν είναι δύσκολη, εκτός εάν κάποιος πάσχει από φοβικό σύνδρομο, γιατί η ανακήρυξη της ΑΟΖ είναι, πάνω απ’ όλα μια μονομερής πράξη. Ακόμα το φυσάει και δεν κρυώνει ο Ερντογάν όταν δεν προέβλεψε την ευφυή κίνηση του Τάσσου Παπαδόπουλου να ανακηρύξει την ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας το 2004.

Μέχρι σήμερα έχουν γίνει 134 ανακηρύξεις ΑΟΖ στον πλανήτη Γη και όλες αυτές ήταν μονομερείς πράξεις. Είναι επίσης πολύ σημαντικό να αναφέρουμε εδώ ότι σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε κάποια κρίση στις διμερείς σχέσεις γειτονικών κρατών λόγω μονομερούς ανακήρυξης.

Ήρθε η ώρα η Ελλάδα να ακολουθήσει, έστω και καθυστερημένα, το παράδειγμα της Κύπρου και του Ισραήλ, ώστε να κατορθώσει ο ελληνικός λαός, με μέτρο και αυτοσυγκράτηση, να καρπωθεί τον μεγάλο ορυκτό πλούτο της χώρας του και να τον διαφυλάξει και για τις επόμενες γενιές, όπως έχει πράξει με σύνεση η Νορβηγία.

Εμείς επί 34 χρόνια αδρανούμε και όχι μόνο δεν έχουμε ανακηρύξει την Ελληνική ΑΟΖ αλλά παρακολουθούμε μισοζαλισμένοι τις ανακηρύξεις και οριοθετήσεις των ΑΟΖ των κρατών της Ανατολικής Μεσογείου. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από την απαξίωση της Θάλασσας από τον λαό που έγραψε μια τόσο λαμπρή ιστορία μέσα από τις θάλασσές της.

Πηγή: mignatiou


Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Ν. Λυγερός: "Πόντος και Δικαιώµατα Αυτοχθόνων Λαών"







 Διάλεξη του Νίκου Λυγερού με θέμα: 
"Πόντος και Δικαιώµατα Αυτοχθόνων Λαών". 
ΚΥΤΤΑΡΟ καφέ, Ρ. Φεραίου & Κωλέτη-Αλεξανδρούπολη. Πέμπτη 13 Ιουλίου 2017

 __


ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΕΘΝΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
ΤΩΝ ΑΥΤΟΧΘΟΝΩΝ ΛΑΩΝ

http://www.un.org/esa/socdev/unpfii/documents/Declaration-Indigenous-Greek.pdf
Κείμενο στα Ελληνικά
Κείμενο στα Αγγλικά






__________
_

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

Ασφάλεια – Ανασφάλεια





Είναι μεγάλος πειρασμός να μην προχωρούμε, να μένουμε εκεί που βρισκόμαστε, να πισωδρομούμε, με άλλα λόγια να βασιζόμαστε σ’ αυτά που έχουμε, γιατί ο,τι έχουμε, το γνωρίζουμε. Μπορούμε να στηριχτούμε σ’ αυτό, να αισθανθούμε ασφαλείς μέσα του. Φοβόμαστε, κι έτσι αποφεύγουμε να κάνουμε ένα βήμα προς το άγνωστο, το αβέβαιο. Γιατί πραγματικά, αν το βήμα μπορεί να μη μας φανεί ριψοκίνδυνο αφού το κάνουμε, πριν το κάνουμε οι προοπτικές μας φαίνονται πολύ ριψοκίνδυνες, και κατά συνέπεια τρομακτικές. Μόνο το παλιό, το δοκιμασμένο δίνει την αίσθηση της ασφάλειας· ή έτσι τουλάχιστο φαίνεται. Κάθε καινούργιο βήμα έχει μέσα του τον κίνδυνο της αποτυχίας, και αυτός είναι ένας από τους λόγους που οι άνθρωποι φοβούνται τόσο πολύ την ελευθερία. Βέβαια, σε κάθε στάδιο της ζωής μας το παλιό και το συνηθισμένο είναι διαφορετικά. Όταν είμαστε βρέφη, έχουμε μόνο το σώμα μας και το στήθος της μητέρας μας (αρχικά μη διαφοροποιημένα). Έπειτα αρχίζουμε να προσανατολιζόμαστε προς τον κόσμο, ξεκινώντας τη διαδικασία που χρειάζεται για να βρούμε μια θέση και για τον εαυτό μας μέσα σ’ αυτόν. Αρχίζουμε να θέλουμε να έχουμε πράγματα· έχουμε τη μητέρα μας, τον πατέρα, τ’ αδέρφια, τα παιχνίδια. Αργότερα, αποκτάμε γνώσεις, δουλειά, κοινωνική θέση, σύζυγο, παιδιά, και τότε έχουμε ένα είδος μετα-ζωής, όταν πια αποκτάμε ένα τάφο, μια ασφάλεια ζωής και κάνουμε τη «διαθήκη» μας. Παρόλη όμως την ασφάλεια του έχει, οι άνθρωποι συνήθως θαυμάζουν εκείνους που ανοίγουν καινούργια μονοπάτια, που έχουν το κουράγιο να προχωρούν. Στη μυθο- λογία, αυτός ο τρόπος ύπαρξης αντιπροσωπεύεται συμβολικά από τον ήρωα. Ήρωες είναι εκείνοι που έχουν το θάρρος ν’ αφήσουν ο,τι έχουν —τη γη τους, την οικογένεια τους, την περιουσία τους — και να φύγουν, όχι χωρίς φόβο αλλά και χωρίς να υποκύπτουν στο φόβο τους. Στη βουδιστική παράδοση, ο Βούδας είναι ο ήρωας που αφήνει όλη του την περιουσία, όλη τη σιγουριά που υπάρχει στην ινδουιστική θεολογία –τη θέση του, την οικογένεια του — και προχωράει σε μια ζωή πέρα από δεσμεύσεις. Ο Αβραάμ και ο Μωυσής είναι ήρωες στην εβραϊκή παράδοση. Ο Χριστιανός ήρωας είναι ο Ιησούς, που δεν είχε τίποτα και — στα μάτια του κόσμου — δεν ήταν τίποτα. Η δράση του όμως βγαίνει μέσα από την πληρότητα που του δίνει η αγάπη του για όλα τα ανθρώπινα πλάσματα. Οι Έλληνες έχουν κοσμικούς ήρωες, που σκοπός τους είναι η ικανοποίηση της αλαζονείας τους, η κυριαρχία. Παρόλα αυτά, όμοια με τους πνευματικούς ήρωες, ο Ηρακλής και ο Οδυσσέας προχωρούν χωρίς να δειλιάζουν μπροστά στους κινδύνους που τους περιμένουν. Οι ήρωες των παραμυθιών λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο: φεύγουν, τραβάνε μπροστά και υπομένουν την ανασφάλεια. Θαυμάζουμε αυτούς τους ήρωες, γιατί βαθιά μέσα μας αισθανόμαστε ότι θα θέλαμε να είμαστε σαν κι αυτούς – αν βέβαια μπορούσαμε. Αλλά με το φόβο που έχουμε, πιστεύουμε ότι δε μπορούμε να γίνουμε έτσι, μόνο οι ήρωες μπορούν. Οι ήρωες γίνονται είδωλα. Προβάλλουμε σ’ αυτούς τη δική μας ικανότητα κίνησης, και μετά μένουμε εκεί που ήμασταν —«γιατί δεν είμαστε ήρωες».

Όλη αυτή η ανάλυση ίσως φαίνεται να υπονοεί ότι το να είσαι ήρωας είναι επιθυμητό, είναι όμως ταυτόχρονα ανόητο και ενάντια στο συμφέρον σου. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Τα άτομα τα επιφυλακτικά, τα κτητικά άτομα απολαμβάνουν την ασφάλεια, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ ανασφαλή. Εξαρτιόνται από αυτά που έχουν: χρήματα, κύρος, το εγώ τους — δηλαδή από πράγματα που είναι έξω απ’ αυτούς. Τι θα γίνουν όμως αν χάσουν ο,τι έχουν; Γιατί, πραγματικά, οτιδήποτε κι αν έχει κανείς μπορεί να χαθεί. Είναι πιθανό ότι η περιουσία μπορεί να χαθεί -και μαζί της τόσο η θέση όσο και οι φίλοι — και σε κάθε στιγμή ο καθένας μπορεί, και αργά ή γρήγορα θα υποχρεωθεί, να χάσει τη ζωή του. Αν είμαι ο,τι έχω κι αν ό,τι έχω χαθεί, τότε ποιος είμαι; Τίποτ’ άλλο, από μια νικημένη, άδεια, αξιολύπητη μαρτυρία ενός λαθεμένου τρόπου ζωής. Επειδή μπορεί να χάσω ο,τι έχω, είμαι αναγκαστικά συνεχώς ανήσυχος ότι θα χάσω αυτά που έχω. Φοβάμαι τους κλέφτες, τις οικονομικές αλλαγές, τις επαναστάσεις, τις αρρώστιες, το θάνατο · φοβάμαι ακόμα την αγάπη, την ελευθερία, την ανάπτυξη, την αλλαγή, το άγνωστο. Έτσι είμαι συνέχεια ανήσυχος, υποφέροντας από χρόνια υποχονδρία, που δε συνεπάγεται μόνο την απώλεια της υγείας μου αλλά και οποιουδήποτε άλλου αποκτήματος μου. Γίνομαι άνθρωπος αμυντικός, σκληρός, καχύποπτος, μοναχικός, που παρασύρομαι από την ανάγκη να έχω όλο και περισσότερα για να νιώθω μεγαλύτερη ασφάλεια. Ο Ίψεν έχει δώσει μια ωραία περιγραφή αυτού του εγωκεντρικού ανθρώπου στον Πέερ Γκύντ. Ο ήρωας είναι γεμάτος μόνο από τον εαυτό του. Μέσα στον απέραντο εγωισμό του πιστεύει ότι αυτός είναι ο εαυτός του, γιατί αυτός είναι ένα «σύμπλεγμα από επιθυμίες». Στο τέλος της ζωής του αναγνωρίζει, ότι, επειδή όλη του η ύπαρξη ήταν χτισμένη πάνω στην ιδιοκτησία του, δεν κατάφερε ποτέ να είναι ο εαυτός του. Ένιωθε ότι ήταν ένα κρεμμύδι χωρίς ψίχα, ένας μισοτελειωμένος άνθρωπος που ποτέ δεν υπήρξε ο εαυτός του. Η αγωνία και η ανασφάλεια που προκαλείται από τον κίνδυνο να χάσει κανείς ό,τι έχει, δεν υπάρχει στους ανθρώπους που προσπαθούν να είναι. Αν είμαι αυτός που είμαι και όχι αυτό που έχω, τότε κανένας δε μπορεί να μου στερήσει ή να με απειλήσει για την ασφάλεια και την αίσθηση της ταυτότητας μου. Το κέντρο μου είναι μέσα μου, η δυνατότητα μου να υπάρχω και να εκφράζω τις βασικές μου δυνάμεις είναι κομμάτι της δομής του χαρακτήρα μου και εξαρτάται από εμένα. Αυτό βέβαια αληθεύει σε φυσιολογικές συνθήκες ζωής, όχι σε περιπτώσεις αρρώστιας, αναπηρίας, βασανισμού ή άλλες συνθήκες ισχυρών εξωτερικών περιορισμών. Ενώ το έχει βασίζεται σε κάποιο πράγμα που φθείρεται με τη χρήση, το είναι αναπτύσσεται με την εξάσκηση. (Η «φλεγόμενη βάτος» που δεν καίγεται είναι ο βιβλικός συμβολισμός γι’ αυτό το παράδοξο). Οι δυνάμεις της λογικής, της αγάπης, της καλλιτεχνικής και πνευματικής δημιουργίας, όλες οι βασικές δυνάμεις αναπτύσσονται μέσα από τη διαδικασία της έκφρασης τους. Ο,τι ξοδεύεται δεν πάει χαμένο, αντίθετα ο,τι φυλάγεται είναι χαμένο. Όταν προσπαθώ να είμαι, ή μόνη απειλή για την ασφάλεια μου βρίσκεται μέσα μου: στην έλλειψη πίστης στη ζωή και στις δημιουργικές μου ικανότητες, στις τάσεις πισωδρόμησης, στην εσωτερική μαλθακότητα και στην προθυμία ν’ αφήσω τους άλλους ν’ αναλάβουν τη ζωή μου. Αλλά αυτοί οι κίνδυνοι εξαφανίζονται, δεν είναι συστατικά του είναι, ενώ ο κίνδυνος της απώλειας είναι έμφυτος στο έχει.

Erich Fromm, Να έχεις ή να είσαι; (εκδ. Μπουκουμάνη) – (Απόσπασμα από το κεφάλαιο VI, Άλλες Απόψεις του Έχει και του Είναι.)


 _


Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

Η δυσφορία του αντικειμένου


*







 
 




ΖΑΚ ΑΝΤΑΜ

Η δυσφορία του αντικειμένου*

Η σύνοψη του φετινού θέματός μας είναι «Η ψυχανάλυση που εφαρμόζεται στη σύγχρονη δυσφορία». Ειδικότερα θα επεξεργαστούμε το ερώτημα «πώς ο αναλυτικός λόγος τοποθετείται στα χάσματα μεταξύ των απολυταρχικών χώρων και εκείνων που προβαίνουν σε διακρίσεις (ségrégationnistes)».

Στην πραγματικότητα πρόκειται για αυτό που ήδη ακούσαμε φέτος στην παρέμβαση, μεταξύ άλλων, της Νικόλ Μπουσερού[1]. Χωρίς να γνωρίζω αυτό για το οποίο επρόκειτο να μιλήσει, είχα προτείνει τον ίδιο τίτλο, αλλά από την ανάποδη πλευρά, με τη μορφή ενός ευφυολογήματος: Αντί «Το αντικείμενο της δυσφορίας», επέλεξα να μιλήσω για τη «Δυσφορία του αντικειμένου». Με παρόμοιο τρόπο ο Οσκαρ Πφίστερ, τηρουμένων των αναλογιών, απάντησε με την Αυταπάτη ενός μέλλοντος στο Μέλλον μιας αυταπάτης. Τότε ο Φρόυντ έδωσε τη μεγάλη του απάντηση με τη Δυσφορία στον πολιτισμό, έργο που κατηγορηματικά απευθύνεται στους «μη μυημένους». Θα προσπαθήσω λοιπόν να μιλήσω σχετικά με τις πιθανές διαφορετικές διαβαθμίσεις μιας δυσφορίας, παρά την παρουσία ή εξαιτίας της παρουσίας μιας σταθεράς, εκείνης του «αντικειμένου».


Δυσφορία του αντικειμένου, κλινική εκδοχή



Οι μορφές του αντικειμένου είναι πολυάριθμες, αποδεικνύοντας πως μπορούμε να πιστέψουμε ότι με το αντικείμενο μπορούμε να κάνουμε οτιδήποτε θέλουμε, όπως το θέλουμε. Είναι όμως αυτό αλήθεια; «Δεν χειρίζομαι το αντικείμενο, είναι αυτό που με χειρίζεται», λέει ο μάγος με διαύγεια πνεύματος. «Αποσυνδέομαι από το αντικείμενο ξεφεύγοντας έτσι από την οδύνη», λέει ο άγιος ή ο βουδιστής. «Χλευάζω το αντικείμενο που θέλει να με τυραννήσει», λέει ο καλλιτέχνης, εφευρέτης τόσο «πραγματικών» ονείρων[2]. « Είμαι δύσπιστος για το αντικείμενο και έχω τους λόγους μου», θα μπορούσε να πει ο καταθλιπτικός που γνωρίζει την προδοσία του αντικειμένου, από τη στιγμή που είναι η σκιά αυτού του αντικειμένου που πέφτει πάνω του.
Χρειαζόμαστε λοιπόν μια σίγουρη αναφορά. Ας χρησιμοποιήσουμε αυτή που διατύπωσε η Κολέτ Σολέρ (πριν τρία χρόνια σε αυτό το σεμινάριο) : Η ψυχανάλυση είναι η χρήση του αντικειμένου-έλλειψη, αναπόφευκτο σημείο εκκίνησης για να τοποθετήσουμε την πράξη μέσα στον αναλυτικό λόγο.
Υπάρχει πράγματι ένα αντικείμενο του οποίου η σταθερά είναι ότι δεν μπορούμε ποτέ να το χάσουμε, εφόσον λείπει πάντα. Είναι το αντικείμενο που σημειώνουμε ως μικρό α, στην εκδοχή του ως έλλειψη, ως αίτιο της επιθυμίας. Θα έλεγα ότι πρόκειται για ένα αντικείμενο-φίλο, ένα σύντροφο της επιθυμίας το οποίο, παρόλο που προκαλεί κάποια βάσανα, αναμένοντας, οδηγεί εξίσου σε μια μορφή ικανοποίησης, είτε την αναγνωρίζουμε είτε όχι (αναφέρομαι εδώ στις μετουσιώσεις). Είναι ένα αντικείμενο χρήσιμο μέσα από την ίδια του την υπόσταση ως έλλειψη.
Υπάρχει όμως και αυτή η άλλη μορφή αντικειμένου, αυτό που είναι πάντα καθ’ υπερβολήν, είναι επίσης η σταθερά του [αντικειμένου], αυτό που ενοχλεί, «τα αντικείμενα του κόσμου», όπως λέμε, αυτά για τα οποία το υποκείμενο γκρινιάζει (το λογικό υποκείμενο), αυτά τα ενοχλητικά αντικείμενα που ο πολιτισμός μάς προτείνει για να απολαύσουμε, μέχρι κορεσμού. Πρόκειται για τα αντικείμενα-εχθρούς, για τα αντικείμενα-προδότες, περισσότερο προδότες από αυτά που εμφανίζονται με τη σκιά τους, αντικείμενα που προκαλούν μια σωρευτική δυσφορία, σε αντίθεση με το αντικείμενο-έλλειψη, το οποίο στην επανάληψή του ως έλλειψη, κάνει πάντα την επιθυμία να λειτουργεί. Αυτά τα αντικείμενα, τα οποία ονομάζουμε επίσης αντικείμενα μικρό α, αντικείμενα-υπεραπόλαυση, λαθούσες, βουλώνουν το άνοιγμα της επιθυμίας μέσω της συσσώρευσης μιας επιβεβλημένης απόλαυσης. Αυτά τα αντικείμενα του πολιτισμού είναι εκείνα του καπιταλιστικού λόγου, τα οποία με το αφόρητο στριφογύρισμά τους σαν τα αλογάκια του λούνα παρκ, προκαλούν στο υποκείμενο δυσφορία. Μπορούμε μάλιστα να επικαλεστούμε κλινικά παραδείγματα που δεν αντιτίθενται στη δυσσυμετρία που μπορεί να υπάρχει μεταξύ του αντικειμένου μικρό α ως έλλειψη και του αντικειμένου μικρό α ως υπερ-απόλαυση.
Ας πάρουμε την περίπτωση του Ανθρώπου με τους λύκους, σε σχέση με τον οποίο ο Φρόυντ μελέτησε ιδιαίτερα το στοματικό αντικείμενο, το πρωκτικό αντικείμενο και το φαλλικό αντικείμενο και ο Λακάν κυρίως το αντικείμενο βλέμμα και το αντικείμενο φωνή. Στον Άνθρωπο με τους λύκους, αντιστοιχεί στο στοματικό αντικείμενο το σύμπτωμα της πρώιμης ανορεξίας που ο Φρόυντ υπογράμμισε  και που το ξαναβρίσκουμε στο φόβο του μήπως τον φάνε οι λύκοι πάνω στο δέντρο. Όσον αφορά στο πρωκτικό αντικείμενο, κυρίαρχο στον Άνθρωπο με τους λύκους και προέκταση της ενορμητικής στοματικής οργάνωσης, το συναντάμε στην παραγωγή κοπράνων όταν έγινε θεατής της αρχαϊκής σκηνής της a tergo (παρά φύσιν) γονεϊκής συνουσίας, που ο Φρόυντ ερμήνευσε ως απόρριψη του ευνουχισμού μέσα από τη θηλυκή παθητική ταύτιση. Το πρωκτικό αντικείμενο εμφανίζεται λοιπόν στον Άνθρωπο με τους λύκους ως το απόγειο του αντικειμένου που συμπυκνώνει την απόλαυσή του. Το φαλλικό αντικείμενο το βρίσκουμε υπό τη μορφή του πέους που έγινε αντιληπτό στην αρχαϊκή σκηνή και το οποίο επαναδραστηριοποιήθηκε στο σενάριο της ψευδαίσθησης του κομμένου δακτύλου. Το σκοπικό αντικείμενο είναι αυτό που τονίζει ο Λακάν. Είναι η επαναδραστηριοποίηση της αρχαϊκής σκηνής με τρόπο τραυματικό στον εφιάλτη με τους λύκους, όπου αυτό που εκδηλώνεται είναι η απουσία της λειτουργίας αποχωρισμού αυτού του αντικειμένου μικρό α, όπου το υποκείμενο, που δεν είναι παρά βλέμμα, ορθώνεται φαλλικά ως αντικείμενο της απόλαυσης του Άλλου. Εδώ βλέπουμε ξεκάθαρα την ταύτιση του υποκειμένου με το αντικείμενο. Τέλος, το φωνητικό αντικείμενο βρίσκεται, μεταξύ των συμπτωμάτων του Ανθρώπου με τους λύκους, στο τελετουργικό του σταυροκοπήματος, συντονισμένο με την αναπνευστική λειτουργία, που παραπέμπει στη λαχανιασμένη αναπνοή του πατέρα κατά τη διάρκεια της αρχαϊκής σκηνής.
Ορίστε λοιπόν οι πέντε μορφές του αντικειμένου μικρό α, οι οποίες δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να αντισταθούμε στον αποχωρισμό από μια καθ’υπερβολήν απόλαυση. Ίσως αυτός να είναι και ο μηχανισμός κάθε είδους δυσφορίας με κάθε αντικείμενο: καμία υπεκφυγή μπροστά στο νόμο του ευνουχισμού.
Παραμένοντας στην κλινική εκδοχή της δυσφορίας του αντικειμένου, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε το κατόρθωμα του Winnicott, όχι με το μεταβατικό του αντικείμενο, αλλά με την ιδιοφυή του σύλληψη των αντικειμένων της πραγματικότητας ή ακόμα καλύτερα της πραγματικότητας των αντικειμένων μέσα από μια δοκιμασία καταστροφής. Το αντικείμενο υπάρχει γιατί επιβίωσε από την καταστροφή του από το υποκείμενο και του επιστρέφει, αφού επιβίωσε, την απόδειξη της ικανότητάς του [του  υποκειμένου] να αγαπήσει. « Σε αγαπώ γιατί επιβίωσες από τη θέλησή μου να σε καταστρέψω». Έτσι δημιουργείται η πραγματικότητα, μια Umwelt (εξωτερικός κόσμος) του υποκειμένου, που μπορεί να περάσει από τη δυσφορία στην αγάπη για το αντικείμενο, στην εκτίμηση που μπορεί να έχει [το υποκείμενο] για αυτό, ακριβώς επειδή επιβίωσε από την καταστροφική οργή του. Είναι η καταστροφή που παίζει το ρόλο της, κατασκευάζοντας την πραγματικότητα και τοποθετώντας το αντικείμενο εκτός εαυτού. Ο Winnicott φτάνει λοιπόν στη διατύπωση του δικού του Delenda[3] : τα αντικείμενα πρέπει να καταστραφούν γιατί είναι πραγματικά και γίνονται πραγματικά γιατί έχουν καταστραφεί. Μπορούμε να δούμε σε αυτή τη διατύπωση μια κάποια ομοιότητα με τη λακανική θέση, πιστεύω όμως ότι ενισχύει περισσότερο την ιδέα της αλλοτρίωσης στον Άλλο. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε εδώ για «υποκειμενικό αντικείμενο». Έτσι εξάλλου το ονομάζει ο Winnicott όταν μιλάει για «μεταβατικό αντικείμενο», απόγειο, ας το αναγνωρίσουμε, της αλλοτριωτικής σχέσης. Αντίστροφα, θα ήταν ορθότερο να μιλήσουμε για «αντικειμενικό υποκείμενο» για να προσδιορίσουμε αυτό που ο Λακάν αναδεικνύει, μέσα από την αποχωριστική του λειτουργία, στη διαλεκτική της επιθυμίας.
Το αντικείμενο μικρό α αναζητείται πάντα από τον Άλλο. Αυτό είναι που προκαλεί τη δυσφορία. Γιατί δεν το έχει όλος ο κόσμος στην τσέπη του, στη διάθεσή του, γιατί δεν μπορούμε να είμαστε αίτιο του ίδιου μας του εαυτού, όπως ο τρελός που χαρακτηρίζεται από μια δήθεν ελευθερία, χωρίς περιορισμούς. Η δυσφορία δεν συνίσταται μόνο στο ότι το αντικείμενο είναι τοποθετημένο εκτός εαυτού, αλλά κυρίως στο ότι πρέπει να το ψάξουμε στον Άλλο για να μπορέσουμε να μάθουμε κάτι για τη δική του επιθυμία. Γνωρίζουμε ότι είναι ένας περιορισμός που μπορεί να αποβεί ολέθριος τουλάχιστον σύμφωνα με όσα λέει ο Λακάν για τη δυσφορία στη σχέση μητέρας-κόρης.

Δυσφορία του αντικειμένου, ηθική εκδοχή
Δεν υπάρχουν μόνο κλινικές εκδοχές της δυσφορίας του αντικειμένου. Υπάρχει επίσης αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε μια πολιτική εκδοχή της δυσφορίας του αντικειμένου.
Στην παρέμβασή της τον Φεβρουάριο, η Νικόλ Μπουσερού, πολύ σωστά μας θύμισε ότι, για τον Φρόυντ, το αντικείμενο της δυσφορίας είναι ο ίδιος ο πολιτισμός ( Kultur). Εκείνος είναι που καλλιεργεί την ενόρμηση του θανάτου, η οποία εσωτερικεύεται στο συναίσθημα της ενοχής που είναι στην υπηρεσία της ηθικότητας, στην υπηρεσία του Καλού. Αλλά ταυτόχρονα, αυτό το αντικείμενο της δυσφορίας, που είναι η καλλιέργεια της ενόρμησης του θανάτου στην υπηρεσία του Καλού, το βρίσκουμε επίσης και στο Κακό που εκπροσωπεί η απόλαυση, μια απόλαυση υπερβολικά οικεία που εμείς έχουμε ή που είμαστε για τον πλησίον μας. Πρόκειται για τις πιο κοινότοπες μορφές της συλλογικής αλλά και της ατομικής δυσφορίας. Δυσφορία του αντικειμένου, δυσφορία των αντικειμένων, δυσφορία για οτιδήποτε είναι άλλο από εμάς, οτιδήποτε είναι «ξένο». Όμως το ερώτημα είναι αν υποκύπτουμε στη δυσφορία του αντικειμένου οδηγούμενοι σε μια κοινοτοπία σχετική με το Καλό της ηθικότητας ή σχετική με το Κακό της απόλαυσης. Κοινοτοπία μέσα στο Καλό ή κοινοτοπία μέσα στο Κακό;
Η Νικόλ Μπουσερού μας πρότεινε να θεωρήσουμε ότι « Η δυσφορία στον πολιτισμό» (του πολιτισμού) εκπροσωπημένη ιστορικά από το Ολοκαύτωμα ( Shoah), έργο της ναζιστικής βαρβαρότητας, αντιστοιχεί σε ένα ψυχωτικό μηχανισμό επιστροφής στο πραγματικό της ενόρμησης του θανάτου (άρα που εξισώνεται με την κοινοτοπία του Κακού). Αλλά μας θύμισε πολύ σωστά τον τρόπο με τον οποίο ο Λακάν υπογράμμισε αυτό το ανήκουστο πέρασμα που εκκινεί από την αρχή της άρνησης του [ρατσιστικού] διαχωρισμού και καταλήγει στη γενίκευση των στρατοπέδων συγκέντρωσης[4]. Ανέδειξε λοιπόν πολύ καλά ότι αυτή η πολιτισμική δυσφορία είναι το αποτέλεσμα μιας αφόρητης εξίσωσης: λόγος της επιστήμης + καπιταλιστικός λόγος = άνοδος του κόσμου των στρατοπέδων συγκέντρωσης, όπως αυτόν που παρήγαγαν τα ναζιστικά ή κομμουνιστικά απολυταρχικά συστήματα, αλλά και οι σύγχρονες δημοκρατίες μας εξαιτίας «της επέκτασης μιας όλο και περισσότερο σκληρής διαδικασίας [ρατσιστικού] διαχωρισμού[5]».
Διαχωρισμός σημαίνει διαφορά, διάκριση. Υπάρχουν διακρίσεις αρνητικές, αλλά υπάρχουν και διακρίσεις που ονομάζουμε στις μέρες μας, κοινότοπα, θετικές προκειμένου να χρυσώσουμε το χάπι του αποκλεισμού (όταν δεν πρόκειται για τον ιδιαίτερο και επιστημονικό αποκλεισμό της εξολόθρευσης στην περίπτωση του ναζιστικού προγράμματος του 1942). Υπάρχει άραγε μέσα στις ίδιες τις επιπτώσεις του πολιτισμού μια δυσφορία με το να θέλουμε να διαφοροποιήσουμε συστηματικά οτιδήποτε δεν είναι ίδιο με εμάς, με το να θέλουμε να καταστήσουμε ξένο, με κάθε τίμημα, οποιοδήποτε αντικείμενο (ή οτιδήποτε άλλο) μέσα από το οποίο δεν μπορούμε να αναγνωριστούμε; Μια δυσφορία ενός αντικειμένου άλλου. Μπορείτε να το μαντέψετε εύκολα ότι πρόκειται εδώ για πολύ επίκαιρα ερωτήματα που αφορούν στις κλειστές κοινότητες και στις θρησκευτικές ομάδες.
Ο Guy Konopnicki, συγγραφέας, δημοσιογράφος και πρώην πρόεδρος της UNEF[6] μόλις εξέδωσε ένα μικρό βιβλίο με ένα αρκετά ερεθιστικό τίτλο: Η κοινοτοπία του καλού, Ενάντια στη λατρεία των διαφορών[7]. Ο τίτλος είναι βέβαια προκλητικός. Ενάντια στη λατρεία των διαφορών! Μια διατύπωση που μας εκπλήσσει αν σκεφτούμε ότι προέρχεται από έναν εβραίο συγγραφέα. Θα μπορούσαμε να αντιτείνουμε σε αυτόν: « Άρα, είστε υπέρ ενός «όλοι ίδιοι», υπέρ μιας κοινής απόλαυσης, αυτής της ανίας, της σύγχρονης δυσφορίας την οποία απλουστεύουμε με τον όρο κατάθλιψη;» Δεν πρόκειται καθόλου για αυτό. Νομίζω ότι ο συγγραφέας, δικαίως, δείχνει τη δυσαρέσκειά του σε σχέση με την κατάχρηση της έκφρασης «κοινοτοπία του Κακού». Ξέρουμε ότι πρόκειται για μια έκφραση, που χρησιμοποίησε αρχικά η Χάνα Άρεντ[8] σχετικά με τη δίκη του Άιχμαν και του ναζισμού γενικότερα. Αυτή η έκφραση είναι πολύ αμφιλεγόμενη, στο μέτρο που, εξαιτίας της μετατροπής της σε στερεότυπη διατύπωση, δηλώνει ένα καθολικό κακό που πρέπει να εξορκίσουμε στον άνθρωπο, για τον οποίο νομιμοποιούμαστε να θεωρήσουμε ότι υπάρχει ένα κοινό μέτρο σύγκρισης ανάμεσα στον Ες-Ες, που θα ήταν ένα τέρας πλασμένο από ανθρωπιά και στον «ανθρώπινο» άνθρωπο που θα ήταν ένας δυνητικός Ες-Ες, ένα αθάνατο τέρας, οριστικά. Κοινοτοπία του κακού, λοιπόν, η οποία συλλαμβάνεται μέσα από την ομοιότητά της και δικαιολογείται από την δειλία της υπακοής, που οδηγεί στην αποποίηση της ευθύνης. Είναι ένα πετυχημένο θέμα στο οποίο αναφέρθηκε πρόσφατα και ο Τζόναθαν Λιτελ στο μυθιστόρημά του Ευμενίδες. Βλέπουμε ότι το Κακό εξελίσσεται σε ένα είδος εικονικού αντικειμένου πάνω στο οποίο δεν αρνούμαστε να καθρεφτιζόμαστε και από την εμπορευματοποίησή του οποίου ο καθένας απολαμβάνει.
Ο Konopnicki δεν εκθειάζει την ομοιότητα, το ταυτόσημο, το ίδιο, αλλά ούτε και μια υπερβολική επένδυση στις διαφορές. Για ποιο λόγο; Γιατί εκχυδαΐζοντας την έκφραση « κοινοτοπία του Κακού», φτάνουμε στο σημείο να κάνουμε αυτό που ο Γάλλος Πρόεδρος επιχείρησε πρόσφατα να κάνει: να συσχετίσει για παράδειγμα τα παιδιά στο σχολείο με τα εκτοπισμένα παιδιά της Γαλλίας που πέθαναν στα ναζιστικά στρατόπεδα. Να υπογραμμίσει με συμπόνια την εβραϊκή διαφορετικότητα και να προτείνει να εξομοιωθούμε για να την καταλάβουμε καλύτερα! Η εκτροπή του νοήματος της κοινοτοπίας του Κακού μπορεί έτσι να εξυπηρετήσει αυτό που ο συγγραφέας ονομάζει «μαγεία θρησκευτικής υφής», ανάγοντας το Ολοκαύτωμα σε ένα μυστικισμό του Έθνους που έχει ως αποτέλεσμα την ενδυνάμωση του αντισημιτισμού. Για παράδειγμα, θα φτάναμε στο σημείο να προσάψουμε στον εβραϊκό λαό ότι πήγε ενάντια στην αποστολή του ως εκλεκτός του Θεού γιατί επένδυσε στα παγκόσμια ιδεώδη, στη λογοτεχνία και στις λαϊκές τέχνες και έτσι προκάλεσε την οργή του Θεού οπότε: «καλά να πάθουν»! Ο συγγραφέας μάλιστα προσθέτει με οξυδέρκεια: «Με το να συρρικνώνεται το Ολοκαύτωμα στην ιδιαιτερότητα των θυμάτων καθίσταται αδύνατη η κατανόηση της έννοιας του εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας.» Η θέση του πάει αρκετά μακριά και είναι ορθή γιατί ο συγγραφέας, χωρίς να είναι βέβαια λακανικός και χωρίς να έχει ακούσει τη Νικόλ Μπουσερού, λέει ακριβώς το ίδιο πράγμα με τον Λακάν: « Ο ναζισμός εφάρμοζε σίγουρα την πρακτική της αρνητικής διάκρισης. Μιλούσε για φυλές. Παρόλα αυτά υλοποιούσε και μια θετική διάκριση, για να εξασφαλίσει το θρίαμβο του ψηλού ξανθού γερμανού[9]
Το αντικείμενο της ανάμνησης! Να ένα οικείο θέμα της ψυχανάλυσης, αλλά που η χρήση του στην πολιτική μπορεί να εξυπηρετήσει σκοτεινές προθέσεις εάν καταλήξει ένα αντικείμενο λατρείας, στο όνομα της κοινοτοπίας … του Καλού. Αυτό θα οδηγούσε σε  μια ενδυνάμωση μορφών θετικής διάκρισης και τροφοδότησης ανταγωνισμών της μνημοσύνης: Για ποιο λόγο τα θύματα της δουλείας να μην χαίρουν του ίδιου σεβασμού με τα θύματα του Ολοκαυτώματος; Η ιδέα της μετάνοιας έχει το ίδιο διαστροφικό αποτέλεσμα με την υποχρέωση στη συμπόνια της μνήμης. Με αυτό τον τρόπο, αποκρύπτεται η αληθινή πηγή της δυσφορίας, που ήταν ο θρίαμβος του ναζισμού στα μέσα του 20ου αιώνα. Για παράδειγμα, η επίπτωση της συνεργασίας του καθεστώτος του Βισύ εκείνη την εποχή στη Γαλλία εξαφανίζεται πίσω από τη θολή ιδέα της μετάνοιας και καταλήγει, θα λέγαμε, να είναι μια αποκλεισμένη ανάμνηση. Είναι ένα αντικείμενο ανάμνησης εξαρχής χαμένο, εάν του προσδώσουμε τη μορφή της μετάνοιας. Έτσι, πετώντας τα βρώμικα νερά της μετάνοιας πετάμε μαζί και την ίδια τη δυσφορία, αυτή τη δυσφορία που γνωρίζουμε συνήθως ότι είναι στενά συνδεδεμένη με τη δοκιμασία της απώθησης. Ο τρόπος με τον οποίο προσπαθούμε να αποφύγουμε τη δυσφορία υποδηλώνει κατά κάποιο τρόπο τη φύση του αντικειμένου της δυσφορίας. Εδώ πρόκειται για τον όμοιό μου, το συνεργάτη με τον εχθρό. Καταστέλλοντας αυτή τη δυσάρεστη ιδέα, μέσω της μετάνοιας, τον ανάγω σε ένα άλλο διαφορετικό από εμένα, για τον οποίο θα έπρεπε να αισθάνομαι ένοχος γιατί έχω ενστερνιστεί τις αρχές του. Όλοι συνεργάτες του εχθρού,- άρα κανείς συνεργάτης του εχθρού!
Αυτό μας θυμίζει το μηχανισμό που περιγράφει ο Φρόυντ στο VII κεφάλαιο της Ερμηνείας των ονείρων για να εξηγήσει τη λειτουργία της καταπίεσης στο ασυνείδητο (Unterdruckung) σε σχέση με την απώθηση (Verdrangung). Η καταπίεση βρίσκεται εκεί για να εμποδίσει τη δυσαρέσκεια που προκαλεί η απώθηση. «[…] η καταπίεση του ασυνειδήτου είναι αναγκαία προπάντων επειδή η ανεξάρτητη ροή των παραστάσεων στο ασυνείδητο θα ανέπτυσσε ένα συναίσθημα, που αρχικά είχε το χαρακτήρα της ευχαρίστησης [Lust], αλλά μετά το συμβάν της απώθησης έχει τον χαρακτήρα της δυσαρέσκειας [Unlust]. Η καταπίεση έχει το σκοπό αλλά και την επιτυχία να αποσοβήσει αυτή τη δυσαρέσκεια. Η καταπίεση αφορά το περιεχόμενο των αναπαραστάσεων του ασυνειδήτου, διότι από αυτό θα μπορούσε να προκύψει η έκλυση της δυσαρέσκειας[10]
Η καταπίεση, με την κλινική της έννοια, ως καταστολή της δυσφορίας που οφείλεται στο σεξουαλικό αντικείμενο, έχει σχέση με την καταπίεση με την πολιτική έννοια του όρου, ως καταστολή οτιδήποτε μπαίνει εμπόδιο στην κυριαρχία της ευχαρίστησης … και την ευχαρίστηση της κυριαρχίας. Η διαφορά έγκειται στο ασυνείδητο - όχι όλο - το οποίο δεν θα είναι ποτέ ένα απολυταρχικό σύστημα παρά την ύπαρξη ενός τυραννικού υπερεγώ…
Η υπερτίμηση των διαφορών! Πρόκειται για ένα θέμα το οποίο η ψυχαναλυτική ηθική θα μπορούσε να υποστηρίξει με την έγκριση της κοινής γνώμης και του περιρρέοντος λόγου. Δεν είναι όμως ένα θέμα που διατυμπανίζει ο Konopnicki. Για ποιο λόγο; Γιατί θεωρεί ότι αυτή η υπερτίμηση των διαφορών καταλήγει σε μια ανακατασκευή διαφόρων ομαδικών ταυτοτήτων και έρχεται να καλύψει την έλλειψη ενός κοινού Καλού με ένα Καλό πραγματικό που είναι ή που θα έπρεπε να είναι η Δημοκρατία, οι καθολικές αξίες, η ιδιότητα του πολίτη. Θα έπρεπε να του προσάψουμε ότι οι θέσεις του είναι ουτοπικές και να είμαστε ειρωνικοί ως προς το θέμα της κοινοτοπίας του Καλού; Ίσως μερικές φορές παρουσιάζει ως καρικατούρα μια πραγματικότητα δύσκολη να την αναλύσουμε με διαύγεια. Για παράδειγμα, αναφερόμενος στη δυσφορία που προκαλείται από τις πολιτικο-θρησκευτικές ταυτότητες στη Μέση Ανατολή, λύνει το πρόβλημα με όρους «εικονικών ταυτοτήτων[11]». Παρόλα αυτά νομίζω ότι οι θέσεις του έχουν μια κάποια χρησιμότητα κυρίως σήμερα που μιλάμε για «θετική λαϊκότητα

[12]» μόνο και μόνο για να χρυσώσουν το χάπι της προσχώρησης, της επίσημης υποταγής στις θρησκευτικές αξίες. Η θετική λαϊκότητα γίνεται στη Δύση ο κοινός λόγος των αρχηγών των κρατών είτε πρόκειται για λαϊκά είτε για θρησκευτικά[13].

Αντί επιλόγου
Πιστεύω ότι αυτή η μνεία στον Konopnicki, αν και προκλητική, είναι χρήσιμη τη στιγμή που το γαλλικό κοινοβούλιο εξετάζει ένα σχέδιο απογραφής της κοινωνίας μας, βασισμένο στη μέτρηση της ποικιλομορφίας της λεγόμενης κοινωνίας μας χρησιμοποιώντας τη συλλογή δεδομένων βάση των διαφόρων εθνικοτήτων…


James Thiérrée - La Veillée des Abysses
*

Δυσφορία του αντικειμένου-φυλή, του αντικειμένου-σώμα, του DNA. Δυσφορία του αντικειμένου-όμοιος, αλλά και του αντικειμένου-διαφορετικός, για τα οποία δεν μπορούμε να μιλήσουμε παρά με όρους αξιολόγησης, αξιολόγηση της ομοιότητας, αξιολόγηση της διαφορετικότητας.
Σε σχέση με αυτό την υποβάθμιση των αξιών, ποια είναι η πιθανότητα να βρει ο ψυχαναλυτικός λόγος τη θέση του μεταξύ των απολυταρχικών και διακρισιακών χώρων; Εξισορροπώντας τη δυσφορία; Με ποιο τρόπο; Στηρίζοντας και θέτοντας σε λειτουργία το γεγονός ότι δεν υπάρχει ένα αντικείμενο πολυτιμότερο από ένα άλλο (σε αυτό στηρίζεται η θεώρηση γύρω από το αντικείμενο μικρό α), πράγμα που δεν σημαίνει ότι όλα έχουν την ίδια αξία.
Δεν θέλησα, στη σημερινή μου παρέμβαση και στα ερωτήματα που ανέδειξα, να μιλήσω για τα αντικείμενα της πραγματικότητας, τα αντικείμενα της φύσης, της φυσικής, για όλα αυτά τα αντικείμενα που το μόνο που κάνουν είναι να μπαίνουν εμπόδιο στην επιθυμία μας, για αυτά τα αντικείμενα που μας δυσκολεύουν καθημερινά αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Δεν πρόκειται για τα αντικείμενα της παταφυσικής έτσι όπως έχει οριστεί από τον Alfred Jarry με όρους σχεδόν λακανικούς: «Η επιστήμη των φανταστικών λύσεων, που αποδίδει συμβολικά στα περιγράμματα τις ιδιότητες των αντικειμένων που περιγράφονται από την εικονικότητά τους.» Το αντικείμενο μικρό α δεν είναι βέβαια ένα αντικείμενο αναγόμενο στην εικονικότητά του, που δεν είναι παρά ένας σταθμός στη συγκρότησή του, στη συνοχή του.
Αναρωτιόμασταν, την προηγούμενη φορά, με τη συνάδελφό μας Vanina Micheli-Rechtman, ποια είναι η σπουδαιότητα αυτού του αυξανόμενου αριθμού εικονικών αντικειμένων σε αυτό που ονομάζουμε στις μέρες μας «εθισμός στο διαδίκτυο». Ο Konopnicki, παρεμπιπτόντως, ασκεί έντονη κριτική σε αυτά τα καινούργια παιχνίδια της σημερινής νεολαίας που οδηγούν σε μια απώλεια της ταυτότητας και που ωθούν το υποκείμενο να αγκιστρωθεί στην καθησυχαστική ταύτιση του κοινοτισμού. Υπάρχει ο φόβος ότι αυτή η διαχείριση της εικόνας χάρη στις καινούργιες τεχνολογίες θα εξελιχθεί σε μια επιδημία (που απαιτεί στις μέρες μας τη συνδρομή των επαγγελματιών της ψυχικής υγείας) όπου θα χειριζόμαστε σε αφθονία το εικονικό αντικείμενο υιοθετώντας μια εικονική ταυτότητα, σαν να μην μας αρκούν πια η εικόνα και το φαντασιακό αντικείμενο για να ανοίξουν το δρόμο προς την ευχαρίστηση. Ήδη, από το 1946, ο Λακάν καταδείκνυε την εικόνα ως « το ίδιο το αντικείμενο της ψυχανάλυσης» και υπογράμμιζε την απειλή στη σχέση του με την ταύτιση, μια απειλή που μπορεί να οδηγήσει μέχρι την πρόκληση τρέλας. « Η τέχνη της εικόνας σύντομα θα παίξει με τις αξίες της imago και θα γνωρίσουμε μια μέρα μαζικές παραγγελίες ιδεωδών που θα αντέχουν στην κριτική: εδώ θα αποκτήσει το πραγματικό της νόημα η ετικέτα "γνήσιο"».[14]
Ποιο θα ήταν επομένως το απόγειο αυτής της ιδιαίτερης δυσφορίας του αντικειμένου και αυτής της απόλαυσης που νιώθουμε ή που σας κάνει να κάνετε πίσω; Μήπως πρέπει να ψάξουμε προς αυτή την αίσθηση του κενού, του μηδενός, της άρνησης που θεωρούμε ότι καταλαμβάνει το μελαγχολικό υποκείμενο (το μη-υποκείμενο!)[15], που είναι κάτι πέρα από το να αισθάνεται σκουπίδι (που στην πραγματικότητα είναι ένας τρόπος να είσαι κάτι); Υποκείμενο χωρίς πρόσωπο, υποκείμενο απρόσωπο, υποκείμενο τίποτα[16] («Rien» - Res – είναι η ίδια ετυμολογία με το Πράγμα, που το γράφουμε με μεγάλο Π, όπως το das Ding γράφεται με μεγάλο D, κενό Πράγμα που τα αντικείμενα σκεπάζουν με τη σκιά τους). Σε σχέση με αυτό, σκέφτομαι αυτό το απόσπασμα από τον Λακάν, ο οποίος μόλις είχε αποδείξει, μέσω των μαθήμιων, ότι «το υποκείμενο δεν είναι τίποτα άλλο παρά αυτό το αντικείμενο που δεν έχει κατοπτρική εικόνα», προσθέτει για να εξηγήσει αυτή τη δυσφορία του της υποκειμενικής στόφας στην επαφή του με το αντικείμενο, αυτή την υπέροχη έκφραση άξια ενός ποιητή που (δεν) ήταν: « Θήραμα πιασμένο στα δίχτυα της σκιάς και που κλεμμένο από τον όγκο που φουσκώνει την σκιά, τείνει το κουρασμένο δέλεάρ της προσποιούμενη το θήραμα[17]
Το να γίνεσαι θήραμα του ίδιου σου του προσώπου, του βλέμματός σου, είναι ίσως αυτό που ο ζωγράφος Kokoschka ήθελε να περιγράψει μιλώντας για την τελευταία από τις πολλές αυτοπροσωπογραφίες του Rembrandt: « Ήταν άσχημος και ταλαιπωρημένος, φρικτός και απελπισμένος, αλλά τι όμορφα ζωγραφισμένος. Και ξαφνικά κατάλαβα: το να είσαι ικανός να βλέπεις τον εαυτό σου να εξαφανίζεται στον καθρέφτη – να μην βλέπεις τίποτα πια – και να τον ζωγραφίζεις ως το Μηδέν, την άρνηση του ανθρώπου. Τι θαύμα και τι σύμβολο [18]! »
«Το να βλέπεις τον εαυτό σου να εξαφανίζεται στον καθρέφτη» δεν μας παραπέμπει μόνο στην Αλίκη του Lewis Caroll, αλλά και στην ανάλυση που κάνει, μέσα από τη μελέτη του προσώπου, ο Levinas στο Ολότητα και άπειρο, της έννοιας του απρόσωπου και του φρικιαστικού, αυτού που δεν αντιστοιχεί σε καμία αναπαράσταση, αυτού του κενού που δεν περιέχει καμία θέαση και που καμία [θέαση] δεν το περιέχει, όπου κυριαρχεί το « Αυτό», το «Υπάρχει», το απρόσωπο του μη υποκειμενικού ή του μελαγχολικού υποκειμενικού, που απορροφάται στη θανατηφόρα ενατένιση του εαυτού, σε ένα πρόσωπο που βλέπεται ιδωμένο - μέχρι να εξαφανιστεί. Σε αντίθεση με τον Kokoschka ή τον Rembrandt, ο Giacometti, στην προσπάθεια του που περιέγραψε στα Γραπτά [19] του (και αυτός), να κάνει τα μάτια ενός γλυπτού, για να «αδράξει το βλέμμα», να συλλάβει εν ολίγοις αυτό το αντικείμενο μικρό α που το θεωρεί ασύλληπτο, πεπεισμένος ότι είναι από τη φύση του ασύλληπτο, προσπαθεί να αποκαλύψει το πρόσωπο ως « εντελώς άλλο από τον εαυτόν[20]».  Να λοιπόν κάποιος για τον οποίο η δυσφορία δεν βρίσκεται στην κοινοτοπία του καλού-ομοιάζοντος. Κάποιος, όπως ο Paul Valéry, θα μπορούσε να πει : « Τι θα ήμασταν χωρίς τη συνδρομή αυτού που δεν υπάρχει.»
Το εντελώς άλλο ή το εντελώς ίδιο, δεν υπάρχει. Θα βρισκόταν το απόγειο της δυσφορίας του αντικειμένου λοιπόν μέσα στη δυσφορία της μοναδικότητας, άρα στη δυσφορία του αντικειμένου μικρό α ; Στη δυσφορία αυτής της μοναδικότητας που πρέπει να επωμιστούμε πληρώνοντας ακριβά. Και δεν πρόκειται μόνο για το μειονέκτημα μιας γνώσης που υπολείπεται σε σχέση με την πιθανώς σκανδαλώδη φύση αυτού του αντικειμένου, αλλά κυρίως για τη δυσφορία μιας «αντικειμενικής» συνάντησης μεταξύ της έλλειψης και της υπεραπόλαυσης, συνάντηση κατά την οποία πρέπει να κάνεις τον ανήξερο. Αναγνωρίζουμε τον μάγο για τον οποίο μιλήσαμε στην αρχή: είναι το αντικείμενο που τον χειρίζεται. Αναγνωρίζουμε επίσης τον αναλυτή στη θέση που κατέχει ως δήθεν. Μια τέχνη που ο Λακάν ασκούσε με μπρίο. Μια τέχνη που είναι αυτή του αναλυτικού λόγου και που θα επέτρεπε ίσως να είναι μια από τις πιθανές εξόδους από τη δυσφορία και τον καπιταλιστικό λόγο.
Μετάφραση: Όρσα Καμπέρου




* Παρέμβαση στο σεμινάριο του Λακανικού Πεδίου, Παρίσι, 2 Απριλίου 2009. Δημοσιεύτηκε στο Mensuel 47 της Σχολής Ψυχανάλυσης των Φόρουμ του Λακανικού Πεδίου της Γαλλίας.
[1] [Σημ. Μετ.] Παρέμβαση στο σεμινάριο του Λακανικού Πεδίου, Παρίσι, 5 Φεβρουαρίου 2009. Δημοσιεύτηκε στο Mensuel 43 της Σχολής Ψυχανάλυσης των Φόρουμ του Λακανικού Πεδίου της Γαλλίας.
[2] Είναι η περίπτωση του μεγαλοφυούς εγγονού του Τσάρλυ Τσάπλιν, James Thierrée, στην παράστασή του, La Veillée des Abysses, σε ένα καταπληκτικό νούμερο με ένα απλό αντικείμενο : μια συνηθισμένη καρέκλα.
[3] [Σημ. Μετ.] Αναφορά στη λατινική έκφραση Carthago delenda est που σημαίνει Η Καρχηδόνα πρέπει να καταστραφεί.
[4] J. Lacan, Préface à Anika Lemaire, Jacques Lacan (1969), Bruxelles, Pierre Mardaga éditeur, 1977, σελ. 8.
[5] J. Lacan, « Proposition du 9 octobre 1967 sur le psychanalyste de l’Ecole », dans Autres Ecrits, Paris, Seuil, 2001, σελ. 257 (Proposition sur la passe).
[6] [Σημ. Μετ.] Union Nationale des Etudiants de France, Εθνική Ένωση των Φοιτητών της Γαλλίας.
[7] G. Konopnicki, La Banalité du bien, Contre le culte des différences, Paris, Edition Hugo et Cie, 2009.
[8] [Σημ. Μετ.] Χάνα Άρεντ, Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ, Μια έκθεση για την κοινοτοπία του κακού, Νησίδες, 2009.
[9] G. Konopnicki, La Banalité du bien, Contre le culte des différences, Paris, Edition Hugo et Cie, 2009, σελ.44.
[10] Σ. Φρόυντ, Η ερμηνεία των ονείρων, Επίκουρος, Αθήνα, 1993, σελ. 503-504.
[11] «Το Ισραήλ δεν είναι μια ασφαλιστική εταιρία όπου πληρώνουμε τη συνδρομή μας ώστε να έχουμε ένα καταφύγιο σε περίπτωση ανόδου του αντισημιτισμού. Ο φαντασιακός σιωνισμός δεν είναι παρά ένα παιχνίδι ρόλων. Επισκεπτόμαστε τη γη της επαγγελίας μια με δυο φορές το χρόνο, ταξιδεύουμε με πτήσεις χαμηλού κόστους νομίζοντας ότι είμαστε επιβάτες του [πλοίου] Έξοδος. Τα κιμπούτς αντικαθίστανται από ξενοδοχεία. Αυτοί που έχουν δεσμευτεί περισσότερο αγοράζουν διαμέρισμα στο Ελάτ και στη Νετάνια. Αυτοί που εδώ προσπαθούν να προστατευτούν από το γαλλικό τρόπο ζωής, απομονώνονται με τον ίδιο τρόπο, όταν βρίσκονται στο Ισραήλ. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μάθεις εβραϊκά για να μείνεις στη Νετάνια! Για τους Ισραηλινούς είναι μια γαλλική αποικία. Όσοι πάλι δεν έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν στον εαυτό τους δυο εβδομάδες θερινού σιωνισμού παίζουν ένα άλλο παιχνίδι. Αντιμάχονται και περιπολούν φορώντας το kippa μεταξύ της porte de Pantin και τις Buttes-Chaumont. Αυτός ο πόλεμος κινητοποιεί γενιές που δεν έχουν ζήσει ποτέ διακρίσεις. Μερικές φορές μπορεί να έχουν δεχτεί προσβολές ή επιθέσεις από παιδιά του δρόμου. Οι φαντασιακοί μας σιωνιστές εναντιώνονται στους πλασματικούς Άραβες, οι οποίοι έχουν γεννηθεί στη Γαλλία, συχνά από Γάλλους γονείς και δεν έχουν κάποιο δεσμό με τον υποτιθέμενο πολιτισμό της καταγωγής τους παρά μόνο τα ακούσματα από την ισλαμική προπαγάνδα. Οι μεν και οι δε κατασκευάζουν μια εικονική ταυτότητα, γιατί δεν μπόρεσαν να ταυτιστούν με την ιστορία του λαού στον οποίο όλοι ανήκουν, το γαλλικό λαό.» (G. Konopnicki, La Banalité du bien, Contre le culte des différences, Paris, Edition Hugo et Cie, 2009)    
[12] [Σημ. Μετ.] Με την έννοια του λαϊκού κράτους.
[13] « Στη μετάδοση των αξιών και στη μάθηση της διαφοράς ανάμεσα στο καλό και στο κακό, ο δάσκαλος δεν θα μπορέσει ποτέ να αντικαταστήσει τον πάστορα ή τον ιερέα, παρόλο που είναι σημαντικό να τους πλησιάσει, γιατί του λείπει η έννοια της αυτοθυσίας και το χάρισμα μιας δέσμευσης σημαδεμένης από την ελπίδα.» (Νικολά Σαρκοζύ, « Discours de Latran », 20 Δεκεμβρίου 2007.)
[14] J. Lacan, « Propos sur la causalité psychique », dans Ecrits, Paris, Seuil, 1966, p. 192.
[15] [Σημ. Μετ.] στο κείμενο a-sujet .
[16] [Σημ. Μετ.] sujet rien. 
[17] J. Lacan, « Subversion du sujet et dialectique du désir » (1960), dans Ecrits, Paris, Seuil, 1966, p. 818.
[18]  Αναφορά του Daniel Widlocher στο De la mélancolie, Entretiens de la fondation des Treilles, Textes réunis par Jean Clair et Robert Kopp, Paris, Gallimard, 2007, p. 212.
[19] A. Giacometti, Ecrits, présentés par Michel Leiris et Jacques Dupin, Paris, Hermann, 1990.
[20] J. Clair, « L’artiste et le philosophe. Le visage chez Levinas et chez Giacometti », dans De la mélancolie, Entretiens de la fondation des Treilles, σελ. 213-226.


Πηγή: ChampLacanien

_